Απολύθηκε μετά από 7 χρόνια, η π. Πρόεδρος του ΠΥΣΠΕ Γ΄Αθήνας κα Γ.Ψ. για αυθαιρεσίες της στην επιλογή Δ/ντων του 2011 (Όλη η Απόφαση)

Α/θμια

Απόφαση Σταθμός

Χρειάσθηκαν τρείς δικαστικές αποφάσεις, -Πρωτοδικείου, Εφετείου και Αρείου Πάγου-, από το 2016 έως το 2018, προκειμένου να τελεσιδικήσει η υπόθεση της Παραπομπής της πρώην Διευθύντριας Α/θμιας Εκπαίδευσης Γ΄Αθήνας, για παράβαση καθήκοντος και σύνταξη–χρήση ψευδών δηλώσεων κατά υποψηφίου Δ/ντή Σχολείου στις κρίσεις του 2011. Τελικά το Ζ΄Τμήμα του Αρείου Πάγου, στον οποίο είχε προσφύγει η καταδικασθείσα πρώην Διευθύντριας Α/θμιας Εκπαίδευσης και πρόεδρος του ΠΥΣΠΕ Γ΄Αθήνας, ζητώντας την αναίρεση της σε δεύτερο βαθμό καταδίκης της, από το Εφετείο Αθήνας, αποφάσισε ότι ορθώς καταδικάσθηκε και δεν υπάρχουν λόγοι αναίρεσης της εφετειακής απόφασης καταδίκης της.

Μετά την τελεσιδίκηση της υπόθεσης στα Ελληνικά δικαστήρια, το Υπουργείο Παιδείας με απόφαση της αρμόδιας Γενικής Διευθύντριας, απέλυσε την καταδικασθείσα Γ.Ψ., πρώην Διευθύντρια Α/θμιας Εκπαίδευσης και πρόεδρος του ΠΥΣΠΕ Γ΄Αθήνας, διαγράφοντάς την και από το Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου.

«Με την υπ’ αρ. 46419/15-04-2020 πράξη της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Εκπαιδευτικού Προσωπικού Π.Ε. και Δ.Ε. του Υ.ΠΑΙ.Θ., που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 περ. α’, του άρθρου 149 του ν. 3528/2007 (Α’ 26) και του άρθρου 109 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133), διαπιστώνεται η αυτοδίκαιη έκπτωση από την υπηρεσία της Γεωργίας Ψαρρά του Ιωάννη, μόνιμης εκπαιδευτικού κλάδου ΠΕ60-Νηπιαγωγών (με A.M. 552328), με οργανική θέση στο 1ο Κ.Ε.Σ.Υ. Β’ Αθήνας της Περιφερειακής Δ/νσης Π.Ε. και Δ.Ε. Αττικής, από την 18-4-2018, ημερομηνία κατά την οποία κατέστη αμετάκλητη η υπ’ αρ. 991/2017 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Αριθμ. βεβ. διαγραφής από το Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου: 2678119114/14.04.2020).

Η Προϊσταμένη της Γεν. Διεύθυνσης» (Για να δείτε το ΦΕΚ κάντε κλικ εδώ)

Σύμφωνα με πληροφορίες, το Ελληνικό Δημόσιο, καλεί την καταδικασθείσα και τελικά απολυθείσα κα Γ.Ψ. να επιστρέψει  ατόκως και άμεσα την μισθοδοσία που λάμβανε από  την 18-4-2018, ημερομηνία κατά την οποία κατέστη αμετάκλητη η υπ’ αρ. 991/2017 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και μέχρι την 3-7-2020, ημερομηνία δημοσ’ίευσης σε ΦΕΚ της πράξης απόλυσής της, οπότε υπήρξε και διακοπή της μισθοδοσίας της…

Το Ιστορικό της υπόθεσης

  • Απόφαση σταθμός για υποψηφίους διευθυντές που αδικήθηκαν στις κρίσεις

Η πρώτη υπόθεση καταγγελλομένων αυθαιρεσιών σε κρίσεις υποψηφίων διευθυντών σχολείων που οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη και τελεσιδίκησε, είναι αυτή του ΠΥΣΠΕ Γ Αθήνας του 2011 που τελικά έφτασε στο τέλος της μετά από 7 χρόνια.

Μηνυτής και πολιτική αγωγή είναι ο δάσκαλος κ. Χαράλαμπος Αλεξανδράτος. Η προσφυγή αφορούσε τη βαθμολογία του στη συνέντευξη ως υποψηφίου διευθυντή σχολείων πρωτοβάθμιας ενώπιον των μελών του ΠΥΣΠΕ (συμβουλίου επιλογής) που με άριστα το 15 βαθμολογήθηκε κατά μέσο όρο με 13,14. Κατείχε πολύ υψηλή θέση στον πίνακα υποψηφιοτήτων λόγω πολλών μορίων στα αντικειμενικά κριτήρια (21,65).

Η τότε Διευθύντρια (κ.Γεωργία Ψαρρά) Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Γ Αθήνας και πρόεδρος του συμβουλίου επιλογής διευθυντών σχολείων πρωτοβάθμιας τιμωρήθηκε πρωτοδίκως με την απόφαση 25495/2016 του Πρωτοδικείου Αθηνών για παράβαση καθήκοντος και ψευδή βεβαίωση κατ εξακολούθηση (για τις κρίσεις διευθυντών του 2011) με 18μηνη φυλάκιση με 3ετή αναστολή και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ενός έτους, επίσης υποχρεώθηκε να καταβάλλει 200 ευρώ για έξοδα δικαστηρίου.

Το τριμελές εφετείο Αθηνών, στο οποίο η καταδικασθείσα προσέφυγε εφεσιβάλοντας την σε βάρος της πρωτόδικη απόφαση,  με απόφασή του (Α991/2017), μείωσε την ποινή σε εννέα μήνες με τριετή αναστολή και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έτος. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται η καταβολή των δικαστικών εξόδων ύψους 600 ευρώ.

Στην ολοκλήρωση της δικονομικής διαδρομής της υπόθεσης, το αίτημα αναίρεσης που είχε υποβάλει στον Άρειο Πάγο, η καταδικασθείσα πρώην πρόεδρος του ΠΥΣΠΕ Γ΄Αθήνας, εκδικάστηκε στο Ζ Ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου στις 10/01/2018 και απορρίφθηκε. 

Η απορριπτική αυτή απόφαση (637/2018) του Αρείου Πάγου είναι πλέον οριστική και έχει αναρτηθεί-δημοσιοποιηθεί στην επίσημη ηλεκτρονική σελίδα του. Αυτό σημαίνει ότι είναι σε ισχύ η απόφαση του τριμελούς εφετείου Αθήνας (Α991/2017) για την εννέα μηνών φυλάκιση.

Συνολικά, αυτή η τελεσίδικη πλέον δικαστική απόφαση (Α991/2017) του  Τριμελούς Εφετείου Αθήνας θεωρείται σπουδαίο πρόκριμα για παρόμοιες υποθέσεις όπως αναφέρουν νομικοί κύκλοι, υποθέσεις που ας μην γελιέται ο αναγνώστης αποτελούν όχι την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα, στην διοικητική πυραμίδα της  Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευτσης και βέβαια εξαιρετικής «νομολογικής» σημασίας για όλους όσους προσέφυγαν ή θα προσφύγουν στα ποινικά/αστικά δικαστήρια το επόμενο διάστημα για τις κρίσεις διευθυντών σχολείων. Η προθεσμία για κατάθεση μηνύσεων και αγωγών είναι πενταετής, από τον χρόνο της διοικητικής πράξης, ενώ η προσφυγή στα αστικά δικαστήρια κατά του δημοσίου με αγωγή για αποζημίωση είναι διετής.

Το Vukentra,com επικινώνησε με τον μηνυτή της κας Γ.Ψ., κο Χαράλαμπο Αλεξανδράτο, συνταξιούχο εκπαιδευτικό σήμερα, και ζήτησε την άποψη του, καθώς και τα συναισθήματα που του γεννά η απόφαση του Αρείου Πάγου και συνολικά η τελική κατάληξη της μηνυτήριας αναφοράς του, κατά της πρώην Διευθύντριας Α/θμιας Εκπαίδευσης Γ΄Αθήνας, που δήλωσε στην στήλη:

«Χωρίς να επιδιώξω τίποτα μετά την καταδίκη της κ. Ψαρρά στο Εφετείο,  γιατί ένοιωσα ηθικά δικαιωμένος, χωρίς να παραστώ στον Άρειο Πάγο που έκανε προσφυγή η κ. Ψαρρά, χωρίς να κάνω το οτιδήποτε, (γιατί αρκετά χρήματα χάλασα και αρκετή ψυχική φθορά υπέστην  για να αντιμετωπίσω τις συνέπειες της παράνομης και αντισυναδελφικής  συμπεριφοράς της),  τελικά επήλθε η  θεία Δίκη και επιβλήθηκε ο Νόμος, αφού στο τέλος απολύθηκε η κ. Ψαρρά Γεωργία.

Νίκησε η ευνομία και η ευταξία την παρανομία και  την αναρχία, νίκησε η Δικαιοσύνη την αδικία, η υπευθυνότητα και το φιλότιμο  νίκησαν την ανευθυνότητα και τον ωχαδερφισμό, νίκησε η ηθική την ανηθικότητα, νίκησαν οι πολλοί συνεπείς συνάδελφοι τους λίγους ασυνεπείς,  παρανομούντας και φωνασκούντας, που θεωρούν εαυτόν υπεράνω του Νόμου.

Με λίγα λόγια επήλθε η Κάθαρση.

Μακάρι να μου είχε ζητήσει ένα «Συγγνώμη»  από την αρχή ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και να μην είχαν συμβεί όλα αυτά. Θα ήταν καλό για όλους μας και προπάντων για αυτήν. 

Ευχαριστώ όσους είχαν τα «κότσια» να σταθούν δίπλα μου και να πολεμήσουμε μαζί το κακό. Δηλαδή την Ατταλιώτου την Κυριακή, την Βλαχαντώνη την Μαρίνα, την Χρόνη την Καλυψώ και τον Θεοδόση τον Δάτσικα. Σε αυτούς προστίθενται και  ο Γιάννης ο Κουμέντος που ήλθε μάρτυρας σε ένα από τα πολλά δικαστήρια.

Ευχαριστώ και όσους με οποιοδήποτε τρόπο με στήριξαν, στο προσκήνιο ή στο παρασκήνιο, στο μακροχρόνιο και δύσκολο αγώνα.  Μαζί αποδείξαμε ότι πάντοτε η νύχτα τελειώνει και έρχεται η μέρα, ότι μετά την ανηφόρα πάντοτε ακολουθεί η  κατηφόρα, φτάνει να έχεις δύναμη, υπομονή και επιμονή.»

—————-

Διαβάστε στην συνέχεια, όλη την απόφαση, όπως δημοσιεύθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου της Χώρας

Αν θέλετε να διαβάσετε ή και να κατεβάσετε α)  την απόφαση του Πρωτοδικείου, κάντε κλικ εδώ και β) την απόφαση του Εφετείου κάντε κλικ εδώ

———————-

Απόφαση 637 / 2018    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 637/2018 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Γεώργα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 2/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Δημήτριο Τζιούβα, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Παπασωτηρίου και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Γ. Ψ….. του Ι., κατοίκου …, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Κουνιάκη, για αναίρεση της υπ’αριθ.991/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Α. του Φ., κάτοικο …, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2017 αίτηση αναίρεσης, που επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 16Οκτωβρίου 2017, έλαβε αριθ.πρωτ.9572/16-10-2017, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1401/17.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 991/2017 απόφασή του, αφού αναγνώρισε στο πρόσωπο της, την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α ΠΚ, καταδίκασε την κατηγορούμενη και τώρα αναιρεσείουσα, σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, την οποία ανέστειλε επί τριετία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του Π.Κ, «υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία προστατεύεται το έννομο αγαθό της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας, για το γενικότερο συμφέρον, συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α’ και 263Α του Π.Κ., απαιτούνται:

α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θέλησης της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημόσιων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους,

β) δόλος του δράστη, που συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας του (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος) και γ) σκοπός, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί ο σκοπός και να επέλθει η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη.

Επομένως, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνο αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων.

Για να συντρέχει δε ο ανωτέρω σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης πρέπει, όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος «με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον» λογικά σημαίνει, ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον, ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο).

Έτσι, μεταξύ της πράξης και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει τέτοια αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος να είναι είτε ο αποκλειστικός τρόπος είτε ο πρόσφορος τρόπος περιποίησης του σκοπούμενου οφέλους ή της βλάβης.

Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού.

Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 242 του Π.Κ., υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται:

α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α’ και 263α του ίδιου Κώδικα,

β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος καθ’ ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί,

γ) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ’ του Π.Κ. και μάλιστα δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων,

δ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης δημόσιας ή ιδιωτικής σχέσης ή κατάστασης, ψευδές δε είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψή του και

ε) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εκ προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού.

Για τη στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαίωσης δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο, ούτε η καθ’ ολοκληρίαν συμπλήρωση και αποπεράτωσή του. Το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση που προσαπαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου η προσυπογραφή του και από άλλα πρόσωπα εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε.

Από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3 και 4 ΚΠΔ προκύπτει ότι, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολο της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για κατ’ ουσία συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάση, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αποβάλλει την ισχύ της, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επανεξετάζει την υπόθεση, τόσο ως προς τη νομική, όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση.

Έτσι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε σχετικό ισχυρισμό του εκκαλούντος κατηγορουμένου για ακυρότητα (απόλυτη ή σχετική) της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συνακόλουθα δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Β’ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 44/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσβάλλει τη με αριθμ. 991/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, υποστηρίζοντας, ότι το Δικαστήριο εκείνο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν απάντησε στον σχετικό ισχυρισμό που προβλήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης της εκκαλούσας κατηγορούμενης, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής του εγκαλούντα Χ. Α..

Ενόψει όμως όσων έχουν εκτεθεί στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εφόσον το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε τυπικά την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, εξετάζοντας ακολούθως κατ’ ουσία την υπόθεση ανεκκλήτως, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους επικαλούμενους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αλλά οποιαδήποτε ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης, καλύφθηκε με την έκδοση επί της ουσίας της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία και μόνο προσβάλλεται με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης, για τις δικές της μόνο παραλείψεις και πλημμέλειες.
Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού (σκεπτικού) προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Τέλος, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπήχθησαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παράγραφος 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Επίσης, δεν αποτελούν έλλειψη αιτιολογίας και λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επίσης, η ύπαρξη του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος).

Για τον άμεσο δόλο του δράστη, που περιλαμβάνει και την γνώση του ότι τα βεβαιωθέντα περιστατικά είναι ψευδή, υπάρχει η απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης η σχετική με το ψευδές περιστατικό βεβαίωση του κατηγορουμένου θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δίκη του πράξη ή παράλειψη οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 991/2017 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα παράβασης καθήκοντος και ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής:

«Η κατηγορούμενη το καλοκαίρι του 2011, με την ιδιότητα της Διευθύντριας Εκπαίδευσης, είχε επιλεγεί ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Επιλογής υποψηφίων διευθυντών σχολικών μονάδων στην Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην περιοχή Γ Αθηνών (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Φ.30/9621/2011 Απόφαση του Περιφερειακού Δ/ντή Εκπαίδευσης Αττικής).

Το άνω Συμβούλιο συγκροτήθηκε με την αρμοδιότητα να επιλέξει Διευθυντές Σχολικών Μονάδων στην προαναφερόμενη περιοχή, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο Ν. 3848/2010 και στην υπ’ αριθμ. Φ353.1/23/85196/Δ1 (ΦΕΚ 1085/2010 Απόφαση του Υπουργείου Παιδείας δια βίου μάθησης και θρησκευμάτων.

Το Συμβούλιο αυτό κατάρτισε αξιολογικό πίνακα των υποψηφίων διευθυντών σχολικών μονάδων Γενικής και Ειδικής Αγωγής, ο οποίος περιλαμβάνονταν στο υπ’ αριθμ. 31/16-7-2011 Πρακτικό του παραπάνω Συμβουλίου.

Κατά του άνω αξιολογικού πίνακα κατάταξης ο εγκαλών Χ. Α. κατέθεσε (νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 20-7-2011, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του αρθρ. 21 παρ. 2 του Ν. 3848/2010, που ορίζει ότι οι υποψήφιοι μπορούσαν να υποβάλλουν ένσταση κατά των σχετικών πινάκων εντός πέντε (5) ημερών από την ανάρτηση τους, ήτοι έως 20-7- 2011) την υπ’ αριθμ. πρωτ. Φ23/2172/20-7-2011 ένσταση του, ενιστάμενος και κατά του τρόπου βαθμολόγησης του από το μέλος του Συμβουλίου Π. Β., του οποίου με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 211/5- 7-2011 αίτηση του είχε ζητήσει την εξαίρεση, η οποία είχε ήδη απορριφθεί από το Συμβούλιο με προηγούμενη απόφασή του.

Η κατηγορουμένη, μολονότι ήταν υποχρεωμένη ένεκα της ως άνω ιδιότητας της και στα πλαίσια των καθηκόντων της υπηρεσίας της να εισάγει τις ενστάσεις, που είχαν υποβληθεί εμπρόθεσμα κατά του αξιολογικού πίνακα, με πρόθεση παρέβη το ως άνω καθήκον της και κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου την 22-7-2011 δεν εισήγαγε τις ενστάσεις που είχαν υποβληθεί εμπρόθεσμα, κατά του αξιολογικού πίνακα στο εν λόγω Συμβούλιο, το οποίο ήταν αποκλειστικά αρμόδιο να κρίνει επ’ αυτών αλλά αντίθετα, κατά παράβαση του υπηρεσιακού της καθήκοντος, εξέτασε η ίδια την άνω ένσταση, που είχε καταθέσει ο εγκαλών και στη συνέχεια με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 3452/25-7-2011 έγγραφο της, το οποίο υπέγραψε με την ιδιότητα της Προέδρου του ανωτέρω Συμβουλίου, απάντησε επί της προαναφερόμενης ένστασης ότι το Συμβούλιο Επιλογής δεν έχει αρμοδιότητα για να υποδείξει στα μέλη του πως θα βαθμολογήσουν.

Η κατηγορούμενη προέβη στις ανωτέρω πράξεις, κατά παράβαση του υπηρεσιακού της καθήκοντος, με σκοπό να προστατεύσει στον εαυτό της από τυχόν παράπονα που θα διατύπωνε εναντίον της το μέλος του Συμβουλίου Π. Χ. (και η συνδικαλιστική παράταξη που αυτός εκπροσωπούσε), σε περίπτωση που ευδοκιμούσε η ένσταση (κατά το μέρος που αφορούσε την εκ μέρους του βαθμολόγηση), ενώ γνώριζε ότι έτσι έβλαπτε τον εγκαλούντα Χ. Α., καθώς ο τελευταίος, εξαιτίας των άνω ενεργειών, στερήθηκε το δικαίωμα που ρητά του έδινε ο νόμος, ήτοι να κρίνει επί της ενστάσεως του το Συμβούλιο, με συνέπεια να οριστικοποιηθεί ο αξιολογικός πίνακας και η σειρά που είχε λάβει ένεκα της χαμηλής βαθμολογίας και να μην τοποθετηθεί ως διευθυντής στο σχολείο της δεύτερης επιλογής του (…).

Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης που της αποδίδεται ότι στον ανωτέρω τόπο, την 22-7-2011 ως υπάλληλος με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας της, με σκοπό να βλάψει άλλον.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη …, με την ίδια ως άνω ιδιότητά της ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Επιλογής υποψηφίων διευθυντών, σχολικών μονάδων στην Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην περιοχή Γ Αθηνών:

1) την 5-7-2011 στην υπ’ αριθμ. 21/5-7-2011 Πράξη του ανωτέρω Συμβουλίου βεβαίωσε ψευδώς ότι κατά την προφορική συνέντευξη έκαστος/η υποψήφιος/α αξιολογήθηκε και βαθμολογήθηκε από κάθε μέλος του Συμβουλίου, όπως φαίνεται στα συνημμένα έντυπα αξιολόγησης, υποψηφίου/ας στο κεφάλαιο προσωπικότητα – γενική συγκρότηση, αιτιολογώντας τις αξιολογικές μονάδες που απένειμε σε αυτόν/ην και ότι το κάθε μέλος του Συμβουλίου παρέδωσε τα έντυπα αξιολόγησης με την βαθμολογία του σε σφραγισμένο φάκελο στη Πρόεδρο.

Το παραπάνω όμως πραγματικό γεγονός, που βεβαιώνεται στην προαναφερόμενη Πράξη, από την κατηγορούμενη ως καθ’ ύλην αρμόδια προς τούτο στα πλαίσια της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί, είναι ψευδές, καθόσον όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. πρωτ. 2560/2014 έγγραφο της Δ/νσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Γ’ Αθήνας, σχετικά με τον τρόπο βαθμολογίας μόνο δυο (2) από τους είκοσι δύο (22) υποψήφιους που προσήλθαν για προφορική συνέντευξη την συγκεκριμένη ημέραεκριμένη ημέρα (ήτοι 5-7-2011) βαθμολογήθηκαν από το παριστάμενο αιρετό μέλος του Συμβουλίου κ. Π. Β. [ειδικότερα ο νυν εγκαλών και η Κ. Α., που βαθμολογήθηκαν με βαθμό τρία (3)], ενώ οι υπόλοιποι είκοσι (20) υποψήφιοι δεν βαθμολογήθηκαν από τον προαναφερόμενο, μολονότι ήταν παρών σε όλη τη διαδικασία, ο οποίος και συνέταξε και παρέδωσε στην κατηγορούμενη έντυπα αξιολόγησης μόνο για τους προαναφερόμενους δυο υποψήφιους.

Το παραπάνω περιστατικό, που ψευδώς βεβαιώθηκε από την κατηγορούμενη, είχε έννομες συνέπειες, καθόσον εμφανιζόταν ότι τηρήθηκε από το Συμβούλιο η προβλεπόμενη από τις οικίες διατάξεις (αρθρ. 13 παρ. 4 Ν. 3848/2010 και της ως άνω υπ’ αριθμ. Φ353.1/23/85196/Δ υπουργικής απόφασης) διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής των υποψηφίων, ενώ στη πραγματικότητα δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία.

2) την 16-7-2011 με την ως άνω ιδιότητα της στην υπ’ αριθμ. 31/1-6-7-2011 Πράξη του Συμβουλίου βεβαίωσε ψευδώς ότι κάθε μέλος του Συμβουλίου παρέδωσε τα έντυπα αξιολόγησης με τη βαθμολογία του, που προέκυψε από τη συνέντευξη του/της κάθε υποψηφίου/ας σε σφραγισμένο φάκελο στη Πρόεδρο και ότι κατά την αποσφράγιση των φακέλων τελικές αξιολογικές μονάδες κάθε υποψηφίου για τη κατηγορία «προσωπικότητα – γενική συγκρότηση» είναι ο μέσος όρος των μονάδων βαθμολογίας των παρόντων μελών του Συμβουλίου.

Το παραπάνω όμως πραγματικό γεγονός, που βεβαιώνεται στην παραπάνω αναφερόμενη Πράξη, από την κατηγορούμενη ως καθ’ ύλην αρμόδια προς τούτο στα πλαίσιο της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί, είναι ψευδές, καθόσον όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1681/26-2-2014 έγγραφο της Δ/νσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Γ’ Αθήνας, σχετικά με τον τρόπο βαθμολογίας σε όλη τη διαδικασία προσήλθαν 212 συνολικά υποψήφιοι, από τους οποίους από τα παριστάμενα αιρετά μέλη του Συμβουλίου Π. Β. (παρόντα στη διαδικασία της 5-7-2011 ή τον αναπληρωματικό του Γ. Χ. (παρόντα στη διαδικασία της 16-7- 2011) βαθμολογήθηκαν συνολικά μόνο πέντε (5) υποψήφιοι, ενώ οι υπόλοιποι διακόσιοι επτά (207) υποψήφιοι δεν βαθμολογήθηκαν από τους προαναφερόμενους.

Το παραπάνω περιστατικό, που ψευδώς βεβαιώθηκε από την κατηγορούμενη, είχε έννομες συνέπειες, καθόσον εμφανιζόταν ότι τηρήθηκε από το Συμβούλιο η προβλεπόμενη από τις οικίες διατάξεις (αρθρ. 13 παρ. 4 Ν. 3848/2010 και της ως άνω υπ’ αριθμ. Φ353.1/23/85196/Δ υπουργικής απόφασης) διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής των υποψηφίων, ενώ στη πραγματικότητα δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία.

3) την 22-7-2011 με την ως άνω ιδιότητα της στην υπ’ αριθμ. 32/22-7-2011 Πράξη του Συμβουλίου εισηγήθηκε στα υπόλοιπα μέλη και βεβαίωσε ψευδώς ότι δεν υποβλήθηκαν ενστάσεις κατά των αξιολογικών πινάκων Γενικής και Ειδικής Αγωγής των υποψηφίων Διευθυντών Σχολικών Μονάδων.

Το παραπάνω όμως πραγματικό γεγονός, που βεβαιώνεται στην παραπάνω αναφερόμενη Πράξη, από την κατηγορούμενη ως καθ’ ύλην αρμόδια προς τούτο στα πλαίσια της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί, είναι ψευδές, καθόσον τουλάχιστον τρεις (3) εμπρόθεσμες γραπτές ενστάσεις είχαν υποβληθεί και ειδικότερα:

α) η υπ’ αριθμ. πρωτ. Φ23/2172/20-7- 2011 ένσταση του νυν εγκαλούντα Χ. Α.,

β) η από 20-7-2011 ένσταση του Θ. Δ. και

γ) η υπ’αριθμ. πρωτ. 385/18-7-2011 ένσταση της Κ. Α..

Το παραπάνω περιστατικό, που ψευδώς βεβαιώθηκε από την κατηγορούμενη, είχε έννομες συνέπειες, καθόσον οι προαναφερόμενες ενστάσεις δεν εισήχθησαν ενώπιον του Συμβουλίου Επιλογής ως αρμοδίου οργάνου προκειμένου να εξεταστούν και δεν κρίθηκαν από αυτό, με συνέπεια την είχαν λάβει οι ανωτέρω ενιστάμενοι, οι οποίοι απώλεσαν νόμιμο δικαίωμα τους. Επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη και για την αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη ότι ως υπάλληλος, που στα καθήκοντα της ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση.

Στη συνέχεια με το διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη κατά λέξη του ότι «.. στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις:

Α. Στον ανωτέρω τόπο, την 22-7-2011 ως υπάλληλος με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας της, με σκοπό να βλάψει άλλον. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο με την ιδιότητα της Διευθύντριας Εκπαίδευσης και έχοντας επιλεγεί ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Επιλογής υποψηφίων διευθυντών σχολικών μονάδων στην Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην περιοχή Γ’ Αθηνών (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Φ.30/9621/2011 Απόφαση του Περιφερειακού Δ/ντή Εκπαίδευσης Αττικής), το οποίο (Συμβούλιο) συγκροτήθηκε με την αρμοδιότητα να επιλέξει Διευθυντές Σχολικών Μονάδων στην προαναφερόμενη περιοχή, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο Ν. 3848/2010 και στην υπ’ αριθμ. Φ353.1/23/85196/Δ1 (ΦΕΚ 1085/2010 Απόφαση του Υπουργείου Παιδείας δια βίου μάθησης και θρησκευμάτων), (η κατηγορούμενη) μολονότι ήταν υποχρεωμένη ένεκα της ως άνω ιδιότητας της και στα πλαίσια των καθηκόντων της υπηρεσίας της να εισάγει ενστάσεις, που είχαν υποβληθεί εμπρόθεσμα κατά του αξιολογικού πίνακα των υποψηφίων διευθυντών σχολικών μονάδων Γενικής και Ειδικής Αγωγής, ο οποίος περιλαμβάνονταν στο υπ’ αριθμ. 31/16-7-2011 Πρακτικό του παραπάνω Συμβουλίου και ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 21 παρ. 2 του Ν. 3848/2010 οι υποψήφιοι μπορούσαν να υποβάλλουν ένσταση κατά των σχετικών πινάκων εντός πέντε (5) ημερών από την ανάρτηση τους (ήτοι έως 20-7- 2011), επί των οποίων ενστάσεων επιλαμβάνεται το εν λόγω Συμβούλιο, εντούτοις με πρόθεση παρέβη το ως άνω καθήκον της και κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου την 22-7-2011 δεν εισήγαγε τις ενστάσεις που είχαν υποβληθεί εμπρόθεσμα κατά του αξιολογικού πίνακα στο εν λόγω Συμβούλιο, ως αποκλειστικά αρμόδιο, προκειμένου να εξεταστούν και να κριθούν κατά τα οριζόμενα στις παραπάνω διατάξεις. Πιο, συγκεκριμένα, μολονότι ο νυν εγκαλών Χ. Α. κατέθεσε την υπ. αριθμ. πρωτ. Φ23 /2172/20-7-2011 ένσταση του κατά του αξιολογικού πίνακα κατάταξης ενιστάμενος και κατά του τρόπου βαθμολόγησης του από το μέλος του Συμβουλίου Π. Β., του οποίου με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 211/5-7-2011 αίτηση του, είχε ζητήσει την εξαίρεση, η οποία όμως απορρίφθηκε από το Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίαση αυτού την 22-7-2011 καθόσον αυτό ήταν αποκλειστικά αρμόδιο να την εξετάσει και να κρίνει επ’ αυτής, αλλά αντίθετα και κατά παράβαση του υπηρεσιακού της καθήκοντος εξέτασε η ίδια την εν λόγω ένσταση και στη συνέχεια με το υπ’ αριθμ. πρωτ, 3452/25-7-2011 έγγραφο της, το οποίο υπέγραψε με την ιδιότητα της Προέδρου του ανωτέρω Συμβουλίου, απάντησε επί της προαναφερόμενης ένστασης ότι το Συμβούλιο Επιλογής δεν έχει αρμοδιότητα να υποδείξει στα μέλη του πως θα βαθμολογήσουν. Η κατηγορούμενη κατά παράβαση του υπηρεσιακού της καθήκοντος προέβη στις ανωτέρω πράξεις με σκοπό να βλάψει τον εγκαλούντα Χ. Α., καθώς ο τελευταίος εξαιτίας αυτών στερήθηκε το δικαίωμα που ρητά του έδινε ο νόμος, ήτοι, να κρίνει επί της ενστάσεως του το Συμβούλιο με συνέπεια να οριστικοποιηθεί ο αξιολογικός πίνακας και η σειρά που είχε λάβει ένεκα της χαμηλής βαθμολογίας και να μην τοποθετηθεί ως διευθυντής στο σχολείο της δεύτερης επιλογής του (…)

Β. … και κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ως υπάλληλος που στα καθήκοντα της ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο στις 5-7-2011,16-7-2011 κα, 22-7-2011 η κατηγορούμενη με την ιδιότητα της Διευθύντριας Εκπαίδευσης και έχοντας επιλεγεί ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Επιλογής υποψηφίων διευθυντών σχολικών μονάδων στην Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην περιοχή Γ Αθηνών (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Φ.30/9621/2011 απόφαση του Περιφερειακού Δ/ντή Εκπαίδευσης Αττικής, το οποίο (Συμβούλιο) συγκροτήθηκε με την αρμοδιότητα να επιλέξει Διευθυντές Σχολικών Μονάδων στην προαναφερόμενη περιοχή σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο Ν. 3848/2010 και στην υπ’ αριθμ. Φ353.1/23/85196/Δ Απόφαση του Υπουργείου Παιδείας δια βίου μάθησης και θρησκευμάτων και ενώ στα καθήκοντα της ανάγεται, η σύνταξη δημοσίων εγγράφων προοριζόμενων για εξωτερική υπηρεσία προς πλήρη απόδειξη των γεγονότων που βεβαιώνονται σε αυτά. όπως είναι και τα Πρακτικά του εν λόγω Συμβουλίου, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο:

1) την 5-7-2011 με την ως άνω ιδιότητα της στην υπ’ αριθμ. 21/5-7-2011 Πράξη του ανωτέρω Συμβουλίου βεβαίωσε ψευδώς ότι κατά την προφορική συνέντευξη έκαστος/η υποψήφιος/α αξιολογήθηκε και βαθμολογήθηκε από κάθε μέλος του Συμβουλίου όπως φαίνεται στα συνημμένα έντυπα αξιολόγησης, υποψηφίου/ας στο κεφάλαιο προσωπικότητα – γενική συγκρότηση, αιτιολογώντας τις αξιολογικές μονάδες που απένειμε σε αυτόν/ην και ότι το κάθε μέλος του Συμβουλίου παρέδωσε τα έντυπα αξιολόγησης με την βαθμολογία του σε σφραγισμένο φάκελο στη Πρόεδρο.

Το παραπάνω όμως πραγματικό που βεβαιώνεται στην προαναφερόμενη Πράξη, από την κατηγορούμενη ως καθ’ ύλην αρμόδια προς τούτο στα πλαίσια της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί είναι ψευδές, καθόσον όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. πρωτ. 2560/2014 έγγραφο της Δ/νσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Γ’ Αθήνας, σχετικά με τον τρόπο βαθμολογίας μόνο δυο (2) από τους είκοσι δύο (22) υποψήφιους που προσήλθαν για προφορική συνέντευξη την συγκεκριμένη ημέρα (ήτοι 5-7-2011) βαθμολογήθηκαν από το παριστάμενο αιρετό μέλος του Συμβουλίου κ. Π. Β. [ειδικότερα ο νυν εγκαλών και η Κ. Α., που βαθμολογήθηκαν με βαθμό τρία (3)], ενώ οι υπόλοιποι είκοσι (20) υποψήφιοι δεν βαθμολογήθηκαν από τον προαναφερόμενο, μολονότι ήταν παρών σε όλη τη διαδικασία, ο οποίος και συνέταξε και παρέδωσε στην κατηγορούμενη έντυπα αξιολόγησης μόνο για τους προαναφερόμενους δύο υποψήφιους.

Το παραπάνω περιστατικό, που ψευδώς βεβαιώθηκε από την κατηγορούμενη, είχε έννομες συνέπειες, καθόσον εμφανιζόταν ότι τηρήθηκε από το Συμβούλιο η προβλεπόμενη από τις οικίες διατάξεις (αρθρ. 13 παρ. 4 Ν. 3848/2010 και της ως άνω υπ’ αριθμ. Φ353.1/23/85196/Δ υπουργικής απόφασης) διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής των υποψηφίων, ενώ στη πραγματικότητα δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία.

2) την 16-7-2011 με την ως άνω ιδιότητα της στην υπ’ αριθμ. 31/16-7-2011 Πράξη του Συμβουλίου βεβαίωσε ψευδώς ότι κάθε μέλος του Συμβουλίου παρέδωσε τα έντυπα αξιολόγησης με τη βαθμολογία του, που προέκυψε από τη συνέντευξη του/της κάθε υποψηφίας σε σφραγισμένο φάκελο στην Πρόεδρο και ότι κατά την αποσφράγιση των φακέλων τελικές αξιολογικές μονάδες κάθε υποψηφίου για τη κατηγορία «προσωπικότητα- γενική συγκρότηση» είναι ο μέσος όρος των μονάδων βαθμολογίας των παρόντων μελών του Συμβουλίου.

Το παραπάνω όμως πραγματικό γεγονός, που βεβαιώνεται στην παραπάνω αναφερόμενη Πράξη, από την κατηγορούμενη ως καθ’ ύλην αρμόδια προς τούτο στα πλαίσια της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί, είναι ψευδές, καθόσον όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1681/26-2-2014 έγγραφο της Δ/νσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Γ Αθήνας, σχετικά με τον τρόπο βαθμολογίας σε όλη τη διαδικασία προσήλθαν 212 συνολικά υποψήφιοι, από τους οποίους από τα παριστάμενα αιρετά μέλη του Συμβουλίου Π. Β. (παρόντα στη διαδικασία της 5-7-2011) ή τον αναπληρωματικό του Γ. Χ. (παρόντα στη δ.αδικασία της 16-7-2011) βαθμολογήθηκαν συνολικά μόνο πέντε (5) υποψήφιοι, ενώ οι υπόλοιπο, διακόσα επτά (207) υποψήφιοι δεν βαθμολογήθηκαν από τους προαναφερόμενους.

Το παραπάνω περιστατικό που ψευδώς βεβαιώθηκε από την κατηγορούμενη, είχε έννομες συνέπειες καθόσον εμφανιζόταν ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τις οικίες διατάξεις (αρθρ 13 παρ 4 Ν. 3848/2010 και της ως άνω υπ’ αριθμ. 353.1/23/85196/Δ1 υπουργικής απόφασης) διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής των υποψηφίων, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία, 3) την 22-7-2011 με την άνω ιδιότητα της, στην υπ’ αριθμ. 32/22-7-2011 Πράξη του Συμβουλίου εισηγήθηκε στα υπόλοιπα μέλη και βεβαίωσε ψευδώς ότι δεν υποβλήθηκαν ενστάσεις κατά των αξιολογικών πινάκων Γενικής και Ειδικής Αγωγής των υποψηφίων Διευθυντών Σχολικών Μονάδων.

Το παραπάνω όμως πραγματικό γεγονός, που βεβαιώνεται στην παραπάνω αναφερόμενη Πράξη, από την κατηγορούμενη ως καθ’ ύλην αρμόδια προς τούτο στα πλαίσια της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί, είναι ψευδές, καθόσον τουλάχιστον τρεις (3) εμπρόθεσμες γραπτές ενστάσεις είχαν υποβληθεί και ειδικότερα:

α) η υπ’ αριθμ. πρωτ. Φ23/2172/20-7-2011 ένσταση του νυν εγκαλούντα Χ. Α.,

β) η από 20-7-2011 ένσταση του Θ. Δ. και

γ) η υπ’αριθμ. πρωτ. 385/18-7-2011 ένσταση της Κ. Α..

Το παραπάνω περιστατικό, που ψευδώς βεβαιώθηκε από την κατηγορούμενη, είχε έννομες συνέπειες, καθόσον οι προαναφερόμενες ενστάσεις δεν εισήχθησαν ενώπιον του Συμβουλίου Επιλογής ως αρμοδίου οργάνου προκειμένου να εξεταστούν και δεν κρίθηκαν από αυτό, με συνέπεια την οριστικοποίηση των αξιολογικών πινάκων και της σειράς κατάταξης που είχαν λάβει οι ανωτέρω ενιστάμενοι, οι οποίοι απώλεσαν νόμιμο δικαίωμα τους.

Επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη και για την αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη ότι ως υπάλληλος, που στα καθήκοντα της ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση».

Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και δίχως αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε η κατηγορούμενη, καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. α’, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 242 παρ. 1 και 259 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε κα δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, ως προς το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος εκτίθεται η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως διευθύντρια εκπαίδευσης και ως Προέδρου του Συμβουλίου Επιλογής υποψήφιων διευθυντών σχολικών μονάδων στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην περιοχή Γ Αθήνας, το καθήκον της εκ της ως άνω ιδιότητας της να εισάγει στις 22- 7-2011 την ένσταση του εγκαλούντα Χ. Α. κατά του αξιολογικού πίνακα κατάταξης υποψηφίων διευθυντών σχολικών μονάδων, η με πρόθεση μη εισαγωγής της ως άνω ένστασης στο παραπάνω Συμβούλιο, που ήταν αποκλειστικά αρμόδιο να την κρίνει, ο σκοπός της να βλάψει τον εγκαλούντα και η γνώση της ότι έτσι τον έβλαπτε καθώς και η προσφορότητα της πράξης της να τον βλάψει, αφού εξαιτίας των ενεργειών της, ο εγκαλών στερήθηκε το δικαίωμα που του έδινε ο νόμος να κριθεί η ένσταση του από το Συμβούλιο, με συνέπεια να οριστικοποιηθεί ο αξιολογικός πίνακας και η σειρά που είχε λάβει, λόγω χαμηλής βαθμολογίας και να μην τοποθετηθεί ως διευθυντής στο σχολείο δεύτερης επιλογής του και δη στο 15 Δ.Σ Ιλίου.

Ως προς το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης, κατ’ εξακολούθηση, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το ψευδές περιστατικό που η αναιρεσείουσα με την παραπάνω ιδιότητα της, βεβαίωσε στις 5-7-201, 16-7-2011 και 22-7-2011 και οι έννομες συνέπειες που μπορούσε να έχει και συγκεκριμένα, στις δύο πρώτες περιπτώσεις να εμφανιστεί ότι τηρήθηκε από το ως άνω Συμβούλιο επιλογής υποψηφίων, η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις, διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής των υποψήφιων, ενώ αυτή δεν είχε τηρηθεί και στην τρίτη περίπτωση την μη εισαγωγή τριών ενστάσεων, των υποψήφιων Χ. Α., Θ. Δ. και Κ. Α., στο ως άνω Συμβούλιο επιλογής υποψηφίων με συνέπεια την οριστικοποίηση των αξιολογικών πινάκων και της σειράς κατάταξης των παραπάνω ενιστάμενων, οι οποίοι εξαιτίας της ενέργειας αυτής της αναιρεσείουσας, απώλεσαν νόμιμο δικαίωμα τους, να κριθούν οι ενστάσεις τους από το εν λόγω Συμβούλιο.

Από τα περιστατικά αυτά, σαφώς προκύπτει ότι τα παραπάνω έγγραφα της αναιρεσείουσας συνάπτονταν με νόμιμα συμφέροντα τρίτων και δεν ήταν έγγραφα που αφορούσαν την εσωτερική υπηρεσία.

Τέλος δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου της αναιρεσείουσας για το ως άνω έγκλημα, αφού για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του, αρκεί ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 139/2016) και στην προκειμένη περίπτωση ενυπάρχει στη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του.

Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι, και, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-10-2017, με αριθμ. πρωτ. 9572/2017 αίτηση της Γ. Ψ….. του Ι., κατοίκου …, για αναίρεση της με αριθμ. 991/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2018. 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ 

Tagged