Τουρκία: Δεν μπορεί να γίνει η ηγέτιδα δύναμη του Μουσουλμανικού Κόσμου – Οι λόγοι…

Τουρκία

Την τελευταία εβδομάδα, η χώρα μας βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων τής Διεθνούς Διπλωματίας, εξαιτίας της άνευ όρων προκλητικότητας που επιδεικνύει η Τουρκία απέναντί της. Η στάση «αναμονής» σε στρατιωτικό επίπεδο στην περιοχή τού Αιγαίου και νοτιοανατολικά αυτού, όπως επίσης και η πρώτη μουσουλμανική προσευχή στην Αγία Σοφία, μετά την απόφαση τού τουρκικού ΣτΕ για την «τεμενοποίησή» της συνθέτουν την ατμόσφαιρα με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπο το ελληνικό κράτος από τις 20 Ιουλίου.

Της Δρ Άννας Κωνσταντινίδου*

Δεν είναι κάτι άγνωστο, ότι το τουρκικό κράτος ήδη από το 2010, αλλά με «εντατικότερους ρυθμούς» από το πραξικόπημα τού 2016 και μετά, επιδιώκει με τις ενέργειές του στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή τής ΝΑ Μεσογείου να καταστεί ηγέτιδα δύναμη τού Μουσουλμανικού Κόσμου. Άραγε, η γειτονική χώρα όσο και να το επιδιώκει, είναι στην πραγματικότητα σε θέση να πετύχει τον σκοπό της;

Αυτό που πρέπει, τουλάχιστον αρχικά, να σημειωθεί , είναι ότι το πρόβλημα των δυτικών κρατών συνίσταται στο γεγονός, ότι ερμηνεύουν τις κινήσεις, ενέργειες και αντιδράσεις των μουσουλμανικών χωρών αφενός κάτω από το ίδιο (ενιαίο) πρίσμα αφετέρου με βάση τον δυτικό κοινωνισμό, αν και γνωρίζουν, ότι η διάσταση τού Πολιτικού Ισλάμ στην πλειονότητα των ισλαμικών κοινωνιών έχει βαρύνουσα (έως θεμελιώδη) ισχύ.

Όσον αφορά τους Άραβες, ο τρόπος με τον οποίο είναι διαμορφωμένο το εσωτερικό περιβάλλον των κρατών τους (καθώς και μεταξύ τους παρουσιάζουν σημειακές διαφορές) είναι τελείως διαφορετικός από τον αντίστοιχο των Ιρανών, των Τούρκων ή και των Αζέρων. Καθώς ναι μεν, ο θεοκρατισμός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος τού κοινωνισμού τους, ωστόσο η συμπεριφορά και οι συνήθειές  τους εξαρτώνται και από άλλα κοινωνιολογικής διάστασης χαρακτηριστικά, με σημαντικότερα από αυτά, τον τοπικισμό, τη φυλή και το θρησκευτικό Τάγμα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα προς επίρρωση των παραπάνω είναι α) ο εμφύλιος που μαίνεται στη Λιβύη (και γίνεται με αιτία ή αφορμή την υπερίσχυση φυλών) και β) ο εμφύλιος στη Συρία (που σχετίζεται με το θρησκευτικό Τάγμα).

Το Ιράν -από μόνο του- αποτελεί μία ξεχωριστή κατηγορία, καθώς αφενός ασπάζεται το σιιτικό δόγμα, ενώ παράλληλα διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο περιφερειακής δύναμης, εξαιτίας των μεγάλων αποθεμάτων σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο που διαθέτει.

Σήμερα, την εποχή των ραγδαίων εξελίξεων παρατηρείται, ότι το Ιράν έχει τη δυνατότητα να «κινεί τα νήματα» και να μην καθίσταται ουραγός των εξελίξεων. Από την άλλη πλευρά, το Αζερμπαϊτζάν είναι μία ιδιάζουσα κατάσταση. Καθώς μέχρι το 1921 που οι Μπολσεβίκοι το ενσωμάτωσαν με βίαιο τρόπο στην Σοβιετική Ομοσπονδία, η σχέση που είχε αναπτύξει (αρχικά) με το οθωμανικό κράτος (και αργότερα) με τον Κεμάλ, κάθε άλλο παρά, στενές ήσαν, καθώς οι Αζέροι θεωρούσαν τους Τούρκους υποδεέστερους πολιτισμικά από τους ίδιους.

Ωστόσο, μετά το 1990 και ιδίως τη σημερινή εποχή, το Αζερμπαϊτζάν θεωρείται από τους στρατηγικούς εταίρους τού τουρκικού κράτους στην περιοχή τής Ανατολίας, ενώ δεν είναι λίγοι Αζέροι που διατείνονται φυλετική σχέση με τους Τούρκους. Φυσικά, αυτή η εναλλαγή των «πολιτικο-κοινωνιολογικών» διαθέσεων τού Αζερμπαϊτζάν απέναντι στην Τουρκία (πριν το 1990 και μετά) μπορούν να ερμηνευτούν υπό το πρίσμα τής κοινωνικής επιστήμης.

Η αταξική δομή και ο καταπιεστικός τρόπος που το ρωσικό κράτος «πρέσβευε» και υιοθετούσε για τις ετερογενείς και ετερόθρησκες ομάδες που διαβιούσαν στο εσωτερικό του, ήταν επόμενο, οι πληθυσμοί αυτοί μετά το 1990 αφενός να εκφράσουν μία δυσαρέσκεια απέναντι στο πρώην Κέντρο τους αφετέρου να διαμορφώσουν τις πολιτειακές, πολιτικές και διπλωματικές βάσεις και σχέσεις τους με χώρες τής περιοχής που προσομοίαζαν με αυτούς, ώστε μέσω των συμμαχιών τους να «έχουν λόγο» στο διεθνές προσκήνιο.

Και φτάνουμε στην Τουρκία και κυρίως την ερντογανική. Η γειτονική χώρα μετά το 2016 (πραξικόπημα εναντίον του Προέδρου) έδειξε επί τοις πράγμασι, ότι πλέον δεν ήθελε να έχει δυτικό προσανατολισμό. Ένα από τα στοιχεία που το έκαναν εμφανές ήταν, ότι απομακρύνθηκαν από την άσκηση τής πολιτικής εξουσίας και της Διπλωματίας τού κράτους, οι στρατιωτικοί. Οι στρατιωτικοί στην Τουρκία αποτελούν ιδιαίτερο κεφάλαιο στο πολιτικό και πολιτειακό κατεστημένο της.

Και αυτό διότι, ο Στρατός, εκτός από τη διάσταση που λαμβάνει στα δυτικά κατεστημένα, ο Κεμάλ τον είχε εγκαθιδρύσει ως σώμα που θα ήταν επιφορτισμένο με την πολιτική διαχείριση τού ίδιου τού Κράτους.

Αυτό μπορεί να μεταφραστεί κάτω από το πλαίσιο δύο παραγόντων: ο πρώτος είναι, ότι ο ίδιος ο Κεμάλ ήταν στρατιωτικός.  Ο δεύτερος είναι, ότι στο οθωμανικό κράτος τα άτομα τής εσωτερικής διοίκησης που είχαν, ίσως, την στενότερη σχέση με τη Δύση ήταν οι στρατιωτικοί που συμμετείχαν σε «σχολεία» των αναπτυγμένων στρατών τής εποχής, γεγονός που συνεχίστηκε με εντατικότερους ρυθμούς από την ανάληψη τής εξουσίας από τον Κεμάλ, καθώς και μεταγενέστερα αυτού.

Αντίθετα από τα αραβικά κράτη, που ανέκαθεν στην ιστορική πορεία τους, πρέσβευαν το Πολιτικό Ισλάμ, καθώς σε αυτό οριοθετείται το κοινωνικό κατεστημένο τους, στην Τουρκία δεν υπήρχε ισλαμοποίηση των δομών της, καθώς μεγάλο μέρος τής πολιτικής και πολιτειακής διαχείρισης επαφύονταν στους στρατιωτικούς (που, μάλιστα,  μετά το 1950 τάσσονταν ανοιχτά υπέρ των Ταγμάτων). Πλέον όμως, ο Τούρκος Πρόεδρος είναι εκφραστής τού Πολιτικού Ισλάμ και προκειμένου να καταστεί ηγέτης τού μουσουλμανικού κόσμου, ήδη από το 2016 με το τέχνασμα τού πραξικοπήματος περιθωριοποίησε τους στρατιωτικούς από την άσκηση τής πολιτικής εξουσίας.

Παραπάνω περιγράφηκε σε αχνές γραμμές κάτω από ποια πλαίσια κινούνται τα μουσουλμανικά κράτη, ώστε να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε στους λόγους που θα αναφερθούν παρακάτω, γιατί η Τουρκία δεν μπορεί να καταστεί  ηγέτιδα δύναμη τού μουσουλμανικού κόσμου, όσο και να το επιδιώκει:

Διαβάζοντας την Ιστορία τής Ανατολής, αντίθετα από τους Σουλτάνους και τους δυτικούς ιστοριοδίφες του 16ου αι. κ.ε, η πλειονότητα των Αράβων θεωρούσε τους Οθωμανούς κατακτητές και όχι διάδοχη κατάσταση των Αράβων χαλίφηδων. Η ιστορία τής Αιγύπτου κατά τον 18ο αι. αποδεικνύει τα γραφόμενα, καθώς  οι Αιγύπτιοι είχαν υποδεχτεί τον Βοναπάρτη ως απελευθερωτή από τους Οθωμανούς (Μαμελούκους).

Όμως, η δυσαρέσκεια αυτή των αραβικών κρατών απέναντι στους Τούρκους συνεχίστηκε τόσο το 1923, όταν η Τουρκία διαπραγματεύτηκε στη Λωζάνη μόνο τα δικά της συμφέροντα, αφήνοντας στην άκρη τα πρώην χαλιφάτα της, όσο και το 1955, με τη Συνθήκη τής Βαγδάτης που φάνηκε καθαρά ο διπολισμός τής Τουρκίας απέναντι στην πλειονότητα των Αράβων.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών, ακόμα κι αν γινόταν προσπάθεια προσέγγισης ανάμεσα στις δύο πλευρές, η γειτονική μας χώρα άφηνε διαρκώς εκτεθειμένους τούς Άραβες απέναντι στη Δύση, με πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, όταν τέθηκε επικεφαλής τής Οργάνωσης Ισλαμικής Διάσκεψης (ΟΙΔ) προώθησε μόνο τις δικές της θέσεις και τα δικά της συμφέροντα στους Δυτικούς.

Ο δεύτερος και πολύ σημαντικός λόγος τής επιφυλακτικής στάσης που επιδεικνύει μία ομάδα αραβικών χωρών απέναντι στην Τουρκία είναι, ότι σε αντίθεση με αυτές, που η θρησκεία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος τού κοινωνισμού τους, το γειτονικό με εμάς κράτος χρησιμοποιεί το θρήσκευμα κατά το δοκούν και για λόγους σκοπιμότητας, γεγονός που το γνωρίζουν οι ίδιοι οι Άραβες.

Τρίτος λόγος είναι το Ιράν, το οποίο αν και διατηρεί σχέσεις με το τουρκικό κράτος, ωστόσο δεν πρέπει να μας διαφεύγουν δύο τινά: το πρώτο είναι, ότι η ίδια είναι μία περιφερειακή δύναμη που θέλει και επιδιώκει να έχει τον κυρίαρχο ρόλο στην περιοχή της, και δεν έχει τη διάθεση να τον παραδώσει σε κανέναν. Το δεύτερο είναι, ότι παρά τις εχθρικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, το Ιράν απολαμβάνει τον σεβασμό τής Διεθνούς Διπλωματίας, καθώς αποτελεί ένα κράτος που ενεργεί στη βάση τού εθνικού συμφέροντος με οποιοδήποτε κόστος, χωρίς να καταστεί δορυφόρος  ξένων «πατρώνων» (ιδίως από το 1979 και μέχρι σήμερα). Αντίθετα, βλέποντας την Ιστορία τής Τουρκίας, οι ξένες επιδιώξεις διαμόρφωσαν το εσωτερικό κατεστημένο της, ενώ σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, εξαρτάται από τους ξένους (είτε τους Δυτικούς είτε τους Ανατολικούς), λόγω των ανυπέρβλητων ζητημάτων που αντιμετωπίζει τόσο στο εσωτερικό περιβάλλον της όσο και στην περιφερειακή πολιτική της.

Ο τέταρτος λόγος εξάγεται από τους προαναφερθέντες. Η πλειονότητα των αραβικών κρατών, ήδη μεταξύ τους, αντιμετωπίζει ανυπέρβλητα ιδεολογικά, θρησκευτικά ζητήματα. Και είναι δυνατόν, ένα ανάδελφο προς τις αραβικές κοινωνίες κράτος, όπως είναι η Τουρκία να τα συσπειρώσει, ενώ παράλληλα  η δεύτερη να συνεχίσει να διατηρεί σχέσεις με το Σιιτικό Ισλάμ;

Αν και η Δύση με την Ανατολή αποτελούν τους δύο πόλους τού Παγκόσμιου Συστήματος Διακυβέρνησης, ωστόσο τα δύο αυτά άκρα, για να «επιβιώσουν» στην στρατηγική και γεωπολιτική σκακιέρα χρειάζονται το ένα το άλλο. Η πλειονότητα των κρατών της ανατολικής περιοχής (πόσω δε μάλλον) τα ισχυρά ενεργειακά (που το μεγαλύτερο ποσοστό είναι αραβικά), εξαιτίας των διεθνών εναλλαγών στον ενεργειακό χάρτη με το Φ/Α να αποτελεί θέσφατο ηγεμονίας στη ΝΑ Μεσόγειο, αναμένουν και αυτά τις εξελίξεις που θα διαμορφώσουν και θα κρίνουν νέους δρώντες και νέες συμμαχίες σε Ανατολή και Δύση. Οι εκλογές στις ΗΠΑ τον προσεχή Νοέμβρη και η στάση τής Γαλλίας σε Ευρωπαϊκή Ένωση και Λιβύη αποτελούν ορόσημα.

Η 24η Ιουλίου, θεωρώ, ότι ήταν ένα crash test για τον ίδιο τον Ερντογάν, να δει πόσο κερδισμένος ή πόσο χαμένος είναι από τη μέχρι τώρα πολιτική του απέναντι στο μουσουλμανικό κόσμο. Πάντως κερδισμένος, κάθε άλλο παρά ήταν, καθώς αφενός στρατηγικοί σύμμαχοί του, ο Σεΐχης του Κατάρ και ο Πρόεδρος τού Αζερμπαϊτζάν, αν και προσκλήθηκαν στην πρώτη μουσουλμανική προσευχή στην Αγία Σοφία, ως φαίνεται, δεν παρευρέθηκαν αφετέρου το λιβυκό μέτωπο είναι ιδιαίτερα έκρυθμο τις τελευταίες ημέρες. Αυτά, πιστεύω, ότι λένε πολλά.

*Δρ Άννα Κωνσταντινίδου / Ιστορικός- Διεθνολόγος

Πηγή: militaire.gr

Tagged