Η Τουρκία, οι βάσεις της στο εξωτερικό και η απειλή τους για την Ελλάδα

Εξοπλισμοί

Πόσες βάσεις έχει η Τουρκία στο εξωτερικό – Πόσο απειλούν την Ελλάδα

Όταν ανέλαβε το 2001 την εξουσία ο Ερντογάν, η Τουρκία διέθετε 10 πρεσβείες στην Αφρική. Σήμερα έχει 42. Τα τελευταία 17 χρόνια οι εμπορικές συναλλαγές Αφρικής-Τουρκίας έχουν αυξηθεί κατά 381%. Ο δε Τουρκικός Στρατός έχει αυξήσει θεαματικά τη συμμετοχή και την επέμβασή του στο εξωτερικό. Η Τουρκία διατηρεί το στρατιωτικό της αποτύπωμα σε εννέα κράτη στο εξωτερικό ενώ –σύμφωνα με το Global Fire Power– διαθέτει τον 11ο ισχυρότερο στρατό ανάμεσα σε 138 κράτη παγκοσμίως. Οι αριθμοί είναι ανησυχητικοί, αλλά η προσπάθεια διατήρησής τους μάλλον καθησυχαστική για την Αθήνα.

Ας δούμε το στρατιωτικό περίγραμμα της Τουρκίας. Ανεξαρτήτως των εξελίξεων στη βόρεια Συρία, η Τουρκία, όπως σημείωσε πρόσφατα ο Ρουμάνος ε.α. στρατηγός των μυστικών υπηρεσιών Corneliu Pivariu έχει δημιουργήσει στρατιωτικές βάσεις στο εξωτερικώ «εκμεταλλευόμενη επιδέξια τις περιφερειακές πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις». Εκτός της Λιβύης, είναι πολύ σημαντική η Βάση Tariq Ibn Ziyad στο Κατάρ η οποία ολοκληρώθηκε το 2019. Στο δε Ιράκ, η Τουρκία διαθέτει περίπου 20 μικρές στρατιωτικές βάσεις κυρίως για συλλογή πληροφοριών ενώ στη βόρεια Συρία έχει δημιουργήσει έξι βάσεις με άγνωστο αριθμό στρατευμάτων.

Στην εξοπλιστική της διπλωματία η Τουρκία, σύμφωνα το SIPRI, έχει εκτοξεύσει μεν τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων, αν και η αξία των δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όσο διατυμπανίζεται. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι από 3 εκατ. δολ. που ήταν το 1995 ανήλθε στα 364 εκατ. δολ. το 2018. Γίνεται, συνεπώς, κατανοητό ότι οι Τούρκοι αναπτύσσουν θεαματικά την αμυντική τους βιομηχανία καλύπτοντας τόσο δικές τους όσο και άλλων ανάγκες.

Σε πολιτικό-διπλωματικό επίπεδο, ο άξονας Τουρκία-Ιράν-Κατάρ-Μαλαισία καθιστά την Τουρκία επίφοβη στη Μέση Ανατολή, ενώ στην Αφρική, οι τοπικοί ηγέτες δίνουν όλο και περισσότερα κλειδιά στην Άγκυρα. Σε οικονομικό επίπεδο, ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών Τουρκίας-Αφρικής κυμαίνεται μεταξύ 21,5 και 26 δισ. δολ ενώ η Άγκυρα φιλοδοξεί να το φτάσει στα 50 δισ. δολάρια. Οι δε τουρκικές επενδύσεις στην Αφρική ξεπερνούν  ήδη τα 6,2 δολ.

Μπορεί αυτοί οι οικονομικοί αριθμοί να είναι σαφώς μικρότεροι από χώρες, όπως της Γαλλίας και Κίνας, αλλά μαρτυράνε μια ασυγκράτητη δυναμική. Αντίθετα, οι ελληνικές εμπορικές δραστηριότητες μετά βίας φαίνονται καθώς οι εξαγωγές της Ελλάδας στην Αφρική αγγίζουν τα 80 εκατ. ευρώ ετησίως! Η Ελλάδα λοιπόν έχει να αντιμετωπίσει την κύκλωση από μια αναθεωρητική δύναμη που μεγεθύνεται στρατιωτικά, διπλωματικά και οικονομικά.

Η συμβουλή του συνταγματάρχη

Συνεπώς, υπάρχει μια αναλογία της σημερινής κατάστασης με τα προεόρτια του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1939. Τότε ο ικανότατος επιτελικός συνταγματάρχης Δημήτρης Μαχάς, προσπαθώντας να καθησυχάσει —σύμφωνα με τα λεγόμενά του— τον φοβισμένο Ιωάννη Μεταξά ενόψει της καταθλιπτικής ιταλικής υπεροχής του είπε: «Όταν μιλάμε για ελληνοϊταλικό πόλεμο στα Βαλκάνια μιλάμε για πόλεμο μεταξύ εν του Αλβανία ιταλικού εκστρατευτικού Σώματος και ολόκληρου του Ελληνικού Στρατού. Η Ιταλία έχει και άλλα μέτωπα…».

Προφανώς, οι στρατιωτικές αποστολές της Τουρκίας στο εξωτερικό δεν μπορούν να ταυτίζονται με τα εκατομμύρια των στρατευμάτων που διατηρούσε η Ιταλία εκτός συνόρων τη δεκαετία του 1930. Εφόσον η Τουρκία, δεν έχει στείλει εκατοντάδες χιλιάδες στρατεύματα στο εξωτερικό, σημαίνει ότι διαθέτει πολύ «λίπος» προς διάθεση εντός των συνόρων. Ωστόσο, η παρομοίωση διατηρεί τα ωφέλιμα χαρακτηριστικά της καθώς τα στρατιωτικά ανοίγματα της Τουρκίας συνοδεύονται από οικονομικές/πολιτικές διακυβεύσεις και δεσμεύσεις.

Σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύρραξης, η Άγκυρα θα είναι υποχρεωμένη να διατηρήσει την εμπλοκή της σε Συρία, Λιβύη, την ώρα που ενδεχομένως θα αντιμετωπίσει τον όγκο του ελληνικού Στόλου, της πανίσχυρης ελληνικής αεροπορίας και του ασύγκριτα πιο δυνατού ελληνικού πυροβολικού. Οι τουρκικές πιτσιλιές θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις ελληνικές κουβαδιές. Οι πολιτικές εξόδου δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, ειδικά αν έχεις αναλάβει να οικοδομήσεις στρατιωτικές δομές σε μια μακρινή περιοχή (πχ. Σομαλία) ή να διατηρήσεις εδάφη έναντι αποφασισμένου αντιπάλου (Συρία).

Οι προτεραιότητες της Τουρκίας

Παρακολουθώντας την ατζέντα και τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας τα τελευταία 30 χρόνια, θα δει κανείς κάτι το ενδιαφέρον. Από τις 168 αποφάσεις αυτού του –μυθικών διαστάσεων– οργάνου, ούτε σε 10 δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα! Ειδικά την τελευταία δεκαετία 2011-2020, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται στα αζήτητα, καθώς οι Τούρκοι ασχολούνται περισσότερο με Ιράκ, Συρία, Λιβύη και Κύπρο (λόγω ΑΟΖ). Το ελληνικό μέτωπο για την Τουρκία παραμένει στο επίπεδο «ουδέν νεώτερον» και έτσι θέλει να μείνει.

Ενδεικτικά, μετά το 2005, όπως έγραφε η Τουρκάλα δημοσιογράφος Asli Aydintasbas, η Ελλάδα είχε βρεθεί στον «πάτο της λίστας με τα κράτη που η Τουρκία θεωρούσε απειλητικά». Αυτό, όμως, δεν κατέστησε την Τουρκία λιγότερο διεκδικητική έναντι της Ελλάδας.

Το δε στρατιωτικό προσωπικό της Τουρκίας δεν αγγίζει πλέον παλαιότερους αριθμούς. Ενώ το 1999 ξεπερνούσε τους 841.000, το 2017 έπεσε στους 512.000, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών. Είναι προφανές ότι το στελεχικό δυναμικό της Τουρκίας έχει μειωθεί σημαντικά και ειδικά μετά τις εκκαθαρίσεις του 2016 η κατάσταση έχει γίνει πιο δύσκολη. Το 45% των ανώτατων αξιωματικών (στρατηγοί-ναύαρχοι) έχουν εκδιωχθεί από το στράτευμα.

Η Τουρκία μπορεί να έχει αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες της από 1,8% το 2015 σε πάνω από 2,5% το 2018 (ίδια επίπεδα με Ελλάδα), αλλά η συνολική εικόνα είναι διαφορετική. Η Τουρκία, για πρώτη φορά τα τελευταία 60 χρόνια, αδυνατεί να κόψει σημαντικά από το ΑΕΠ της για την άμυνά της. Ενδεικτικά, την εποχή που η κυβέρνηση Σημίτη έδινε τα κλειδιά των Ιμίων στην Τουρκία, οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις απορροφούσαν περίπου το 4,5% του ΑΕΠ.

Προφανώς, η Τουρκία ζορίζεται και οπωσδήποτε δεν θα ήθελε να μπει στη διαδικασία να μάθει αν θα άντεχε μια σύγκρουση με τον Ελληνικό Στρατό. Η μείωση των αμυντικών δαπανών είναι μια γενικότερη τάση παγκοσμίως, αλλά για ένα επιθετικό κράτος σημαίνει ότι απλά «δεν του βγαίνει».

Γεωργίου Βαγγέλης

Πηγή: slpress.gr

Tagged