Άρειος Πάγος: Εκδικητική ή καταχρηστική καταγγελία εργοδότη η απόλυση εργαζόμενου που έχει υπερασπισθεί τα δικαιώματά του

Απασχόληση Δικαιοσύνη

Δεν παραβιάζει την συνταγματική οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του εργοδότη η καθιέρωση του δικαιώματος πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού (656 εδ. α΄ Α.Κ.)

Άκυρη ως καταχρηστική καταγγελία, διότι υπήρξε απόρροια εκδικητικότητας και εμπάθειας της εναγομένης προς το πρόσωπο της ενάγουσας, λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς και των ενεργειών της ενάγουσας να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας για την προάσπιση των εργασιακών συμφερόντων της και τη διασφάλιση της θέσης εργασίας της, των εγγράφων αναφορών που υπέβαλε στις εισαγγελικές αρχές και κυρίως των ενόρκων βεβαιώσεων που έδωσε η ενάγουσα υποστηρίζοντας τις θέσεις των συναδέλφων της περί πιέσεων και αυταρχικής και ανάρμοστης εναντίον τους συμπεριφοράς της εναγομένης στη μεταξύ αυτών δικαστική διένεξη.

Λόγος αναιρέσεως, ότι η διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ. (το οποίο καθιέρωσε το πρώτον νομοθετικά την άνευ πρόσθετων προϋποθέσεων αξίωση πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού), στο μέτρο που γίνεται δεκτό ότι παρεμβαίνει και ανατρέπει τις προγενέστερες νομολογιακές θέσεις, μεταβάλλει ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, προσδίδοντας σε αυτήν δομικά στοιχεία ασύμβατα με την ελευθερία των συμβάσεων, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της οικονομικής ελευθερίας, που θεμελιώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 Σ., και ανατρέπει την οικονομική ισορροπία της συμβατικής σχέσης, αφού μετατρέπει αναίτια μια συμβατική υποχρέωση του μισθωτού σε ex lege δικαίωμά του και δημιουργεί ταυτόχρονα, ερήμην των μερών, μιαν αντίστροφη εργοδοτική υποχρέωση, μη συντρέχοντος κανενός λόγου προστασίας του γενικότερου ή του δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί νομοθετικές παρεμβάσεις στη σφαίρα του περιεχομένου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη την επαναπρόσληψη της ενάγουσας χωρίς τη συνδρομή ειδικών συνθηκών για την προστασία της προσωπικότητάς της, παραβίασε το άρθρο 5 παρ. 1 Σ. και τις απορρέουσες από αυτό αρχές της ελευθερίας των συμβάσεων και της επιχειρηματικής ελευθερίας, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, αλλά ούτε και το δικαίωμα ιδιοκτησίας (άρθρο 17 Σ.).

Κρίση ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι το άρθρο δεν παραβιάζει το άρθρο 5 παρ. 1 Σ., με το οποίο κατοχυρώνεται η επαγγελματική ελευθερία, ούτε η αρχή της αναλογικότητας, αλλά ούτε και αυτή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.

Ειδικότερα, στο δικαίωμα της επαγγελματικής ελευθερίας ο κοινός νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς, είτε με τη μορφή αρνητικών όρων και απαγορεύσεων είτε με τη μορφή θετικών υποχρεώσεων προς ενέργεια, οι δε όροι και προϋποθέσεις που τάσσονται είναι συνταγματικά ανεκτοί όταν ορίζονται γενικά και κατά τρόπο αντικειμενικό και δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, όπως εν προκειμένω, αφού ο νομοθέτης προέκρινε την προστασία της προσωπικότητας του εργαζομένου και το δικαίωμα στην εργασία, που αποτελεί βασικό στόχο του κοινωνικού κράτους και με τη ρύθμιση αυτή δεν περιορίζεται δυσανάλογα και υπέρμετρα το δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και της οικονομικής ελευθερίας.

Άλλωστε, ο νομοθέτης δεν κωλύεται να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν, έστω και αν θίγονται με αυτές υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό και να εξυπηρετεί λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (Αρείου Πάγου Τμήμα Β/Ι,  Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου, τόμος 2019, σελ. 67).

Πηγή: dikastiko.gr

Tagged