Υπάρχει ή Όχι Εμπάργκο Γερμανικών όπλων προς Τουρκία πέρα από τα υποβρύχια – Αλήθειες και Ψέμματα..

Εξοπλισμοί Πολιτισμοί

Όντως η ελληνική κυβέρνηση σκοπεύει να θέσει επιτακτικώς το θέμα της επιβολής εμπάργκο όπλων στην Τουρκία από τις χώρες της ΕΕ, στην επικείμενη σύνοδο κορυφής, όπως επιβεβαιώνουν πληθώρα δημοσιευμάτων και το ρεπορτάζ των διπλωματικών συντακτών, τις ημέρες αυτές. Όπως αναφέρεται, περίπου  εμβληματικό χαρακτήρα έχει αποκτήσει το πρόγραμμα προμήθειας 6 υποβρυχίων Type 214TN από την Γερμανία στην Τουρκία, που θα αποκαταστήσουν το ναυτικό ισοζύγιο ισχύος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας.

του Σάββα Δ. Βλάσση

Ωστόσο, είναι εκτός πραγματικότητος η θέση ότι η Γερμανία μπορεί αν θέλει να διακόψει το πρόγραμμα και τις παραδόσεις, ακόμη δε και να μεταπωλήσει τα υποβρύχια σε άλλον ενδιαφερόμενο. Πρώτον, επειδή τα υποβρύχια ναυπηγούνται στην Τουρκία, συνεπώς δεν υφίσταται θέμα μεταφοράς τους από την Γερμανία ενώ ο υψηλός βαθμός ενσωματώσεως συγκροτημάτων, συστημάτων και υποσυστημάτων τουρκικής αναπτύξεως, καθιστά τουλάχιστον προβληματική αν όχι αδύνατη, την μεταπώληση από το γερμανικό κράτος και την τεχνική υποστήριξη των υποβρυχίων από γερμανικές εταιρείες.

Ακόμη και αν η γερμανική κυβέρνηση αποφασίσει να ζητήσει από τις γερμανικές εταιρείες να “αποσυρθούν” από το πρόγραμμα των τουρκικών υποβρυχίων, το πιθανότερο είναι ότι απλώς το πρόγραμμα θα καθυστερήσει. Σοβαρό εμπόδιο θα προκύψει, όπως έχουμε ξαναγράψει, εάν η γερμανική Hensoldt που ανέλαβε στις 5 Αυγούστου 2019 σύμβαση για την προμήθεια περισκοπίων λάβει πολιτική εντολή μη παραδόσεων. Δεν θα διακοπεί όμως εντελώς το πρόγραμμα. Όπως και στην Ελλάδα το Πολεμικό Ναυτικό κατάφερε χάρη στην εξαιρετική κατάρτιση του εμψύχου δυναμικού του, χωρίς μεγάλη βοήθεια από γερμανικές εταιρείες, να ολοκληρώσει τα υποβρύχια Type 214HN στα ΕΝΑΕ και να τα καταστήσει επιχειρησιακά, ανάλογο εγχείρημα στην Τουρκία είναι ευχερέστερο, λόγω της πιο ανεπτυγμένης τεχνολογικής βάσεως της αμυντικής της βιομηχανίας.

Όπως έχουμε σημειώσει και στο παρελθόν όμως, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, είναι θετικό και μόνο το γεγονός ότι το θέμα τίθεται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού διαλόγου. Από εκεί και πέρα, για εγκυκλοπαιδικούς, όσο και συμπερασματικούς λόγους, θα παραθέσουμε αντιπροσωπευτικά προγράμματα που υπογραμμίζουν ότι η Γερμανία δεν πουλά απλώς όπλα στην Τουρκία, όπως τα υποβρύχια, αλλά η διμερής σχέση στηρίζεται πλέον περισσότερο σε συμφωνίες πωλήσεως τεχνογνωσίας, συγκροτημάτων και υποσυστημάτων, προς ανάπτυξη τουρκικών οπλικών συστημάτων.

Από πλευράς συγκροτημάτων, χαρακτηριστικότερο είναι το παράδειγμα του συγκροτήματος ισχύος και μετάδοσης κίνησης των γερμανικών MTU και RENK, που προοριζόταν για το τουρκικό άρμα μάχης Altay. Η γερμανική κυβέρνηση ενέκρινε την προμήθειά του για τα άρματα που θα ετίθεντο σε υπηρεσία με τον Τουρκικό Στρατό αλλά δεν έδινε δικαίωμα εξαγωγής του σε Altay αγορασμένα από τρίτες χώρες. Αυτό, έκοψε αυτομάτως τα φτερά της Τουρκίας, ως προς τις εξαγωγές του Altay, όπως ισχύει με τα ελικόπτερα Τ-129.

IRIS-T – HISAR A + HISAR O

Η βάση όμως της διμερούς συνεργασίας στην εξαγορά γερμανικής τεχνογνωσίας από την Τουρκία, αφορά σε πολύ μεγάλο βαθμό πυρομαχικά. Δηλαδή τα αναλώσιμα μέσα ώστε να διεξαχθεί ένας πόλεμος.

Η ανάπτυξη πυραυλικών αντιαεροπορικών συστημάτων στην μορφή των HISAR A και HISAR O, βασίζεται εμφανώς στην έκδοση Εκτοξεύσεως Επιφανείας του πυραύλου IRIS-T της Diehl. Η ομοιότητα τόσο του πυραύλου όσο και της διατάξεως των οχημάτων εκτοξεύσεως, με το IRIS-T SL/M, είναι αποκαλυπτική.

IRIS-T SL

Σημειώνεται ότι στο πολυεθνικό πρόγραμμα αναπτύξεως του IRIS-T, περιλαμβάνεται και η Ελλάδα, που διατηρεί μερίδιο στην παραγωγή του πυραύλου με τις άλλες συμμετέχουσες χώρες: Γερμανία 46%, Ιταλία 19%, Σουηδία 18%, Ελλάδα 13% και 4% μοιρασμένο μεταξύ Καναδά και Νορβηγίας. Το ότι ο πύραυλος θα κατασκευάζεται από την Τουρκία με άλλη ονομασία, προφανώς και επιτρέπει στην Ελλάδα να θέσει σοβαρό θέμα ελέγχου στην Γερμανία. Το ζήτημα, αξίζει διερευνήσεως.

HISAR O

Ο πύραυλος πλεύσεως (cruise) τύπου SOM που αναπτύχθηκε για μεταφορά και άφεση από μαχητικά αεροσκάφη, ομοιάζει εντυπωσιακά στον αντίστοιχο KEPD 350 Taurus της Taurus Systems GmbH, που αποτελεί κοινοπραξία της MBDA Deutschland GmBH (πρώην LFK) και της σουηδικής Saab Bofors Dynamics. Το SOM αποτελεί μικρογραφία, προκειμένου να μην εμπίπτει στις διεθνείς συμφωνίες απαγορεύσεως όπλων με βεληνεκές πέραν των 300 χλμ., και ενσωματώνει ελαφρές διαφοροποιήσεις – βελτιστοποιήσεις στο ρύγχος όπου οι αισθητήρες κατευθύνσεως και την θέση του αεραγωγού.

KEPD 350 Taurus: Μήκος 5 μέτρα, διάμετρος 1,015 μέτρο, εκπέτασμα 2.065 μέτρα, βάρος 1.400 κιλά, πολεμική κεφαλή 481 κιλά, βεληνεκές 500+ χλμ
SOM: Μήκος 3,67 μέτρα, εκπέτασμα 2,6 μέτρα, βάρος 620-660 κιλά, πολεμική κεφαλή 230 κιλά, βεληνεκές 280 χλμ.

KEPD 350 TaurusSOM

Ο Ερντογάν είχε εξαγγείλει τον στόχο αναπτύξεως εκδόσεως του όπλου με βεληνεκές 500 χλμ. προφανώς στο πλαίσιο συνεχίσεως της συμφωνίας μεταβιβάσεως τεχνογνωσίας κατά φάσεις. Εάν δεν έχει ήδη δρομολογηθεί μια τέτοια εξέλιξη, υπάρχει δυνατότητα τώρα να εμποδιστεί με πολιτική απόφαση.

Ο αντιαρματικός πύραυλος UMTAS που αναπτύχθηκε για χρήση από επιθετικά ελικόπτερα όσο και τεθωρακισμένα οχήματα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι αποτελεί εξέλιξη του PARS 3LR της γερμανικής PARSYS GmbH, κοινοπραξία των MBDA Deutschland GmBH και BGT Defence GmbH & Co.KG.

PARS 3LR: Μήκος 160 εκ., διάμετρος 15,9 εκ. βάρος 49 κιλά εντός περιλήπτη, βεληνεκές 7 χλμ.
UMTAS: Μήκος 180 εκ., διάμετρος 160 εκ. βάρος 37,5 κιλά, βεληνεκές 8 χλμ.

PARS 3LR UMTAS

Tέλος, το θεωρούμενο πλέον εμβληματικό οπλικό σύστημα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας σήμερα, το οπλισμένο μη επανδρωμένο αεροσκάφος Bayraktar TB2S, φαίνεται ότι είναι επίσης γερμανικό σχέδιο, εξαγορασθέν ή αναπτυχθέν κατόπιν παραγγελίας από την τουρκική Baykar. Επειδή το σχέδιο δεν υφίσταται πουθενά αλλού σε υπηρεσία, προφανώς η τουρκική εταιρεία έχει αναπτύξει συνεργασία με γερμανικό σχεδιαστικό οίκο, με παραχώρηση πλήρων δικαιωμάτων, το αυτό δε πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση του νέου οπλισμένου μη επανδρωμένου αεροσκάφους Akinci που παρουσίασε σε πολύ μικρό χρόνο η Baykar.

νέο οπλισμένο μη επανδρωμένο αεροσκάφος Akinci

Αντίστοιχα ισχύουν για τα όπλα της σειράς ΜΑΜ (-L, –C, Bozok) όπως αποκαλύφθηκε σε απαντήσεις που δόθηκαν από την γερμανική κυβέρνηση σε ερωτήσεις κοινοβουλευτικού ελέγχου. Συνεπώς, τόσο η πλατφόρμα όσο και τα όπλα της, προέρχονται από ξένη τεχνογνωσία που εξαγοράσθηκε πλήρως από την τουρκική εταιρεία, με την κρατική υποστήριξη στην μορφή χρηματοδοτήσεως αναπτυξιακών προγραμμάτων της αμυντικής βιομηχανίας.

όπλα της σειράς ΜΑΜ (-L, -C, Bozok)

MAML & MAMC

Το πιθανότερο είναι ότι παρά την εντολή της γερμανικής κυβερνήσεως τα τελευταία έτη, να αποχωρήσουν οι Γερμανοί μηχανικοί που έχουν μεταναστεύσει στην Τουρκία κι εργάζονται σε τέτοια αντικείμενα, κάποιος κρίσιμος αριθμός έχει παραμείνει. Αυτό, εξασφαλίζει την πολυπόθητη αυτάρκεια της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας στην παραγωγή όπλων σε αυτό τον χώρο, όπως αφήνει να εννοηθεί η ασαφής απάντηση της γερμανικής κυβερνήσεως επί του συγκεκριμένου ερωτήματος που ετέθη. Τις όποιες αμφιβολίες, ήλθε να διαλύσει μάλλον οριστικώς, η απόδοση των Bayraktar TB2S στον πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, όπου καταναλώθηκαν κατά τα φαινόμενα μερικές εκατοντάδες πυρομαχικά σειράς MAM.

Συνοψίζοντας, η συνεργασία Γερμανίας – Τουρκίας στην αμυντική βιομηχανία, έχει ξεφύγει από το επίπεδο της απευθείας προμήθειας όπλων κι έχει αναβαθμισθεί ποιοτικώς εδώ και αρκετά χρόνια, σε επίπεδο εξαγοράς τεχνογνωσίας και την προμήθεια κρισίμων υποσυστημάτων και απαρτίων για την παραγωγή τουρκικής αναπτύξεως όπλων. Αυτή η διαδικασία, διακρίνεται από μικρότερο αποτύπωμα καθώς οι εταιρικές συμβάσεις λαμβάνουν υψηλή διαβάθμιση σκοπίμως, ο όγκος συναλλαγών εμφανίζεται μικρός σε ετήσια βάση και από πολιτικής απόψεως η γερμανική κυβέρνηση εκτίθεται πολύ λιγότερο.

Θα ήταν ενδιαφέρον εάν με την υποστήριξη γερμανικών πολιτικών δυνάμεων, ετίθετο ευθέως το ερώτημα προς την γερμανική κυβέρνηση, για τους τομείς αμυντικών προϊόντων στους οποίους έχει αποδεσμευθεί άδεια εξαγωγής τεχνογνωσίας προς την Τουρκία.

F-16 + πύραυλοι πλεύσεως SOM

F-16 + πύραυλοι πλεύσεως SOM

Σε αυτό το πλαίσιο, ορθώς η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να εγείρει το θέμα. Είναι βέβαιο ότι στοχευμένες παρεμβάσεις μπορούν να προκαλέσουν αναστολή της αναπτύξεως όπλων στρατηγικής σημασίας, όπως οι πύραυλοι πλεύσεως SOM βεληνεκούς 500+ χλμ. ή η εξασφάλιση αυτάρκειας της Τουρκίας στην παραγωγή αντιαεροπορικών πυραύλων παραγώγων της οικογενείας IRIS-T, στο πρόγραμμα των οποίων συμμετέχει και η Ελλάδα. Αυτό θα πρέπει να θεωρείται το ελάχιστο, από πλευράς στόχων, ως προς την εξασφάλιση της συνεργασίας της Γερμανίας σε αυτό το κρίσιμο θέμα.

Ένας τέτοιος στρατηγικής σημασίας στόχος σε επίπεδο εθνικής πολιτικής, θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί εφόσον υπήρχε η πολιτική βούληση για μια νέα αρχή των διμερών σχέσεων στην αμυντική βιομηχανία, στην βάση μιας ειλικρινούς και έντιμης συνεργασίας. Διότι είναι φυσιολογικό η γερμανική πλευρά να επιδιώκει αναπλήρωση των όποιων απωλειών υποστούν οι εταιρείες της από ενδεχομένη διακοπή συνεργασίας με την Τουρκία. Αυτό όμως προϋποθέτει να εγκαταλείψει η Αθήνα την αντιπαραγωγική λαϊκίστικη δαινομοποίηση των πάντων που έχει επικρατήσει την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία για λόγους εξυπηρετήσεως πολιτικών – προσωπικών  σκοπιμοτήτων, όσον αφορά τις γερμανικές εταιρείες που έχουν δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα. Διαφορετικά, η ελληνική προσπάθεια θα μειονεκτεί λόγω έντονης ανακολουθίας.

Η συνεργασία της Τουρκίας με την Γερμανία στα υποβρύχια και το επιδιωκόμενο εμπάργκο

Στο επίκεντρο του ελληνικού αιτήματος για εμπάργκο στις πωλήσεις πολεμικού υλικού στην Τουρκία από την Γερμανία, βρίσκεται το πρόγραμμα ναυπηγήσεως 6 υποβρυχίων Type 214TN για το Τουρκικό Ναυτικό. Η ένταξη σε υπηρεσία των συγκεκριμένων υποβρυχίων, θα αποκαταστήσει την ισορροπία με το Πολεμικό Ναυτικό που σήμερα υπερέχει ποιοτικώς χάρη στην αξιοποίηση 5 υποβρυχίων με σύστημα Προώσεως Ανεξάρτητης Αέρος (AIP).

Φυσικά υπάρχουν πολύ περισσότερα προγράμματα γερμανοτουρκικής συνεργασίας, όχι μόνο για την προμήθεια όπλων -όπως το πρόγραμμα των 6 υποβρυχίων- αλλά και για την ανάπτυξη νέων. Και ήδη το Βερολίνο έχει επιβάλει περιορισμούς μετά την απόφαση του Οκτωβρίου 2019 σε επίπεδο ΕΕ, εξ αφορμής της νέας τουρκικής εισβολής εκείνη την περίοδο, στην Συρία. Πριν μάλιστα αυτή την εξέλιξη, η Γερμανία είχε αρχίσει να αποσύρεται από την συνεργασία με τουρκικές εταιρείες για την ανάπτυξη τουρκικών οπλικών συστημάτων, επειδή έχει αντιληφθεί ότι τα τελευταία λειτουργούν ολοένα και πιο ανταγωνιστικά έναντι της γερμανικής αμυντικής βιομηχανίας. Ενδεικτικώς, η γερμανική Rheinmetall αποσύρθηκε κατόπιν κυβερνητικών προτροπών από την συνεργασία με την τουρκοκαταριανή BMC για την μαζική παραγωγή του τουρκικού άρματος Altay, όπως και από το πρόγραμμα αναβαθμίσεως των αρμάτων Leopard 2A4. Το πρόγραμμα του Altay έχει παγώσει εντελώς, επειδή η γερμανική κυβέρνηση αρνείται να παράσχει στην Τουρκία άδεια συμπαραγωγής και εξαγωγής του κινητήρα της γερμανικής MTU, που έχει χρησιμοποιηθεί.

Από τον Οκτώβριο του 2019, οι αποφάσεις της γερμανικής κυβερνήσεως, υποτίθεται ότι αφορούν οπλικά συστήματα τα οποία η Τουρκία μπορεί να χρησιμοποιήσει σε επιχειρήσεις στην Συρία. Έτσι, επειδή τα υποβρύχια δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην Συρία, τυπικώς το πρόγραμμά τους δεν “δικαιολογείται” να παγώσει. Επιπλέον, οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι πρόκειται για σύμβαση παλαιά, που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και δεν μπορεί να διακοπεί.

Η σύμβαση ύψους 2,5 δισ. € για τα 6 υποβρύχια, ανατέθηκε το 2009 αλλά ενεργοποιήθηκε το 2011, επειδή τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στο ελληνικό πρόγραμμα οδήγησαν σε εκτενείς αλλαγές των τουρκικών υποβρυχίων, τα οποία επιμηκύνθηκαν και είναι μεγαλύτερου εκτοπίσματος. Μάλιστα για την καθυστέρηση αυτή, είχε ζητηθεί από την γερμανική TKMS να πληρώσει πρόστιμο 100 εκατ. €.

Το πρώτο εξ αυτών των υποβρυχίων, το PIRI REIS (S330) καθελκύστηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2019 και πρόκειται να τεθεί σε υπηρεσία τον Απρίλιο του 2021, για να ακολουθήσουν από το 2022 τα υπόλοιπα, εντασσόμενα σε υπηρεσία, ένα ανά έτος. Απομένουν δηλαδή μερικοί μήνες μόνο μέχρι να καταστεί επιχειρησιακό το πρώτο υποβρύχιο Type 214TN. Είναι ερώτημα το κατά πόσο μπορεί μια απόφαση της γερμανικής κυβερνήσεως να ματαιώσει αυτή την προοπτική. Θεωρητικώς, υπάρχουν τρόποι, δεδομένου ότι για την ολοκλήρωση των συστημάτων και υποσυστημάτων, όπως και την τελική έγκριση καλής λειτουργίας, δίνουν γερμανικές εταιρείες.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η πτυχή της ολοκληρώσεως των τορπιλών που θα εξοπλίσουν τα νέα υποβρύχια, με το Σύστημα Μάχης ISUS-90/72. Την ευθύνη έχει αναλάβει μεν η τουρκική Havelsan βάσει συμβάσεως που της ανατέθηκε το 2011, συνεργάζεται όμως με την γερμανική Αtlas Elektronik, η οποία σε κάθε περίπτωση έχει τον τελευταίο λόγο.

Όμως το συγκεκριμένο, δεν είναι το μόνο πρόγραμμα τουρκικών υποβρυχίων, στο οποίο εμπλέκονται γερμανικές εταιρείες. Στις 8 Φεβρουαρίου 2019 ανατέθηκε σύμβαση σε κοινοπραξία τουρκικών εταιρειών, για Εκσυγχρονισμό Μέσης Ζωής των 4 παλαιότερων υποβρυχίων Type 209Τ1/1400 του Τουρκικού Ναυτικού. Και εδώ, οι τουρκικές εταιρείες συνεργάζονται με γερμανικές. Ενδεικτικώς, στις 5 Αυγούστου 2019 η γερμανική Hensoldt ανέλαβε σύμβαση ύψους 40 εκατ. € με αντικείμενο την προμήθεια περισκοπίων SERO 400 και συστημάτων ιστού οπτικών OMS 100. Συνολικώς θα αγοραστούν 8 περισκόπια, δεδομένου ότι τα 4 προορίζονται για ισάριθμα Type 214TN που οι εργασίες κατασκευής βρίσκονται ακόμη σε λιγότερο προχωρημένο στάδιο.

Η εν λόγω σύμβαση, θα μπορούσε να “παγώσει” πιο εύκολα από την γερμανική κυβέρνηση, καθώς αφορά υποκατασκευαστή και είναι περιορισμένου ύψους. Αναλόγως μπορούν να γίνουν ενέργειες και σε άλλες τέτοιας φύσεως συμβάσεις. Το σημαντικό είναι ότι από την εκτέλεση της συμβάσεως της Hensoldt εξαρτάται όχι μόνο το πρώτο υποβρύχιο Type 209T1/1400 στο οποίο έχουν ξεκινήσει εργασίες του προγράμματος ΕΜΖ (και στην παρούσα ελληνοτουρκική κρίση βρίσκεται εκτός ενεργείας) αλλά επηρεάζει και την ολοκλήρωση της ναυπηγήσεως των 4 τελευταίων Type 214TN.

Άλλο “μικρό” πρόγραμμα που σχετίζεται με τα τουρκικά υποβρύχια, είναι αυτό που αφορά την ανάπτυξη της Εθνικής Τορπίλης Βαρέως Τύπου AKYA. Η ανάπτυξη του όπλου ανατέθηκε με σύμβαση το 2009 αλλά πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι πρόκειται για “τουρκοποίηση” της γερμανικής τορπίλης DM2A4 και ως εκ τούτου στο πρόγραμμα συνεργάζεται “αφανώς” η γερμανική Atlas Elektronik.

Γερμανική συνεργασία υφίσταται και βάσει συμφωνίας που υπεγράφη το 2017 και αφορά την ναυπήγηση υποβρυχίων Type 214 από την Τουρκία για λογαριασμό της Ινδονησίας.

Τέλος, είναι καλό να αναδειχθεί το γεγονός του στρατηγικού χαρακτήρα που έχει η τουρκογερμανική συνεργασία στα υποβρύχια, μέσω του αναπτυξιακού προγράμματος Εθνικού Υποβρυχίου (MiLDEN). Το πρόγραμμα εγκαινιάστηκε από το Κέντρο Ναυτικών Ερευνών του Τουρκικού Ναυτικού το 2012 και σε πρώτη φάση θα αφορά 6 νέα υποβρύχια, με την κατασκευή του πρώτου να ξεκινά το 2028. Το εγχείρημα θα βασιστεί στην συνεργασία που αναπτύσσεται ήδη με την γερμανική TKMS στο πλαίσιο του προγράμματος των 6 υποβρυχίων Type 214TN από το οποίο τα τουρκικά ναυπηγεία θα αποκτήσουν ικανότητα καθετοποιημένης κατασκευής ολόκληρων τομέων (block) υποβρυχίων ενώ σειρά τουρκικών εταιρειών ήδη αναπτύσσουν συγκροτήματα, συστήματα (ακόμη και σύστημα AIP) και υποσυστήματα, που επί της ουσίας είναι καρπός της εξαγοράς τεχνογνωσίας και τεχνολογίας γερμανικών εταιρειών.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η συνεργασία της Τουρκίας με την Γερμανία στον τομέα των υποβρυχίων είναι στρατηγικής φύσεως για την πρώτη. Η συμμετοχή πολλών υποκατασκευαστών διευκολύνει την εφαρμογή πολιτικών αποφάσεων, ιδίως εφόσον υπάρχει πολιτικό περιβάλλον και πλαίσιο γενικότερο στην ΕΕ. Το πρακτικό πρόβλημα για τις γερμανικές εταιρείες είναι ο κίνδυνος ενεργοποιήσεως ρητρών από τις συμβάσεις που έχουν υπογράψει. Και εδώ είναι η πρόκληση του κατά πόσο μπορούν να καλυφθούν από τις πολιτικές αποφάσεις.

Ο “καημός” του Ερντογάν για τον γαλλικό πύραυλο και τα δικά μας χάλια

Ο Ερντογάν σε τελετή στις 30 Αυγούστου 2020, εμπρός σε πρόπλασμα του αντιαεροπορικού πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς SIPER

Στις 25 Σεπτεμβρίου, το πρακτορείο Bloomberg επικαλέσθηκε ανώνυμη πηγή σύμφωνα με την οποία, στην τηλεφωνική επικοινωνία Ερντογάν – Μακρόν της 22ας Σεπτεμβρίου, ο Τούρκος πρόεδρος ζήτησε από τον συνομιλητή του να άρει τις αντιρρήσεις του στην συνέχιση της συνεργασίας για την συνανάπτυξη αντιαεροπορικού πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς.

Το 2017 η τουρκική Aselsan υπέγραψε σύμβαση με την γαλλοϊταλική κοινοπραξία Eurosam, με αντικείμενο την συνανάπτυξη ενός αντιαεροπορικού πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς που θα αποτελεί εξέλιξη του Aster 30 Block 1NT, δηλαδή παραπλήσια της υπό μελέτη εκδόσεως Block 2. Ωστόσο, μετά την απόφαση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ στις 14 Οκτωβρίου 2019, για την λήψη μέτρων περιορισμού των εξαγωγών όπλων προς την Τουρκία, λόγω της τρίτης επεμβάσεώς της μερικές ημέρες πριν, στην Συρία, ο πρόεδρος Μακρόν “πάγωσε” την συγκεκριμένη σύμβαση.

Η Τουρκία κατέφυγε στην ευρωπαϊκή κοινοπραξία για να αναπτύξει αντιαεροπορικό πύραυλο μεγάλου βεληνεκούς, μετά την ματαίωση σχετικής συμβάσεως με την Κίνα το 2013, που προκάλεσε αντιδράσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ ενώ οι ΗΠΑ είναι σταθερά απρόθυμες να μεταβιβάσουν τεχνολογία και τεχνογνωσία στην Τουρκία διά μιας προμήθειας Patriot. Η τουρκική κίνηση προμήθειας ενός συστήματος S-400 από την Ρωσία, έγινε περισσότερο για λόγους πολιτικής σκοπιμότητος καθώς ούτε η Ρωσία ήταν πρόθυμη να συνδράμει την Τουρκία στον απώτερο στόχο της για ένα εθνικό σύστημα της κατηγορίας.

Το ενδιαφέρον του Ερντογάν να θέσει στον πρόεδρο Μακρόν το ζήτημα της συνεργασίας με την Eurosam, φανερώνει ότι οι σχετικές διαρροές περί συνεργασίας με την Ρωσία στο συγκεκριμένο πεδίο, μέσω και μιας πιθανής συμπαραγωγής του συστήματος S-500, χρησιμοποιούνται για επικοινωνιακούς λόγους και για δημιουργία εντυπώσεων σε επίπεδο πολιτικής διαπραγματεύσεων. Εφόσον με την Eurosam υπεγράφη συμφωνία και οι άλλες εναλλακτικές δυνατότητες συνεργασίας για δυτικής τεχνολογίας προϊόν, αυτές των ΗΠΑ και του Ισραήλ, είναι κλειστές, τα περιθώρια για την Τουρκία είναι στενότατα.

Μέσω της συνεργασίας με την Eurosam, η Τουρκία επιδιώκει να αναπτύξει εγχώριο σύστημα αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής αμύνης μεγάλου βεληνεκούς ενώ το ίδιο όπλο θα εξοπλίσει τα μελλοντικά αντιτορπιλικά TF-2000 με ικανότητα Αντιαεροπορικής Άμυνας Περιοχής. Πρόκειται για απολύτως στρατηγικής σημασίας στόχο που έχει τεθεί από την τουρκική κυβέρνηση, στην εθνική προσπάθεια απεξαρτήσεως σε θέματα εξοπλισμών. Η βαρύτητα του ζητήματος είναι τέτοια, που προδίδεται από την μέριμνα του Ερντογάν να το θέσει στην πρώτη κιόλας επικοινωνία του με τον Γάλλο πρόεδρο, έπειτα από την τελευταία ψύχρανση των διμερών σχέσεων που ήδη έκλεισε ατύπως διάστημα ενός έτους. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο πρόεδρος Μακρόν έσπευσε να συνδέσει το θέμα με τις επιδιώξεις της Τουρκίας στην Συρία.

To πρόγραμμα Εθνικού Συστήματος Περιφερειακής Αεράμυνας Μακράς Ακτίνος (SIPER) εξαγγέλθηκε επισήμως από τον Ερντογάν στις 31 Οκτωβρίου 2018, σε επίσημη ομιλία του με την οποία άνοιξε συνέδριο με θέμα την Ανάπτυξη Εθνικής Τεχνολογίας και Υποδομών. Η Τουρκία δεν συνάπτει μόνο συνεργασίες μεταφοράς βιομηχανικού έργου και τεχνολογίας μέσω συμβάσεων προμήθειας μειζόνων οπλικών συστημάτων αλλά συνάπτει και συμβάσεις εξαγοράς τεχνολογίας – τεχνογνωσίας μέσω προγραμμάτων “συναναπτύξεως” όπως αυτό με την Eurosam. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι συμβάσεις προσλαμβάνουν χαρακτήρα στρατηγικής συνεργασίας σε διακρατικό επίπεδο, δημιουργώντας δυναμική κοινών συμφερόντων σε πολλαπλά επίπεδα.

Στην Ελλάδα, οι προμήθειες μειζόνων οπλικών συστημάτων με κόστος δισεκατομμυρίων γίνονται τελευταία με απευθείας αναθέσεις, εξασφαλίζοντας βιομηχανικά ανταλλάγματα της πλάκας. Αντιστοίχως, η υποτιθέμενη εδραίωση στρατηγικής συνεργασίας με φίλες χώρες, γελοιοποιείται όταν προωθείται καθ’ υπόδειξη κυκλωμάτων αντιπροσώπων με συμφωνίες συμπαραγωγής (όχι συνανάπτυξης) που αφορούν προϊόντα χαμηλού τεχνολογικού επιπέδου και δεν αναπτύσσουν το επίπεδο της τεχνολογικής βάσεως της χώρας. Οι ξένοι μας μετρούν και εξάγουν τα συμπεράσματά τους.

Πηγή: doureios.com

Μοιραστείτε το:
Tagged