Το Ελληνόπουλο μέχρι τον Μεσοπόλεμο: “Θα σε στείλω να μάθεις μια τέχνη”

Ιστορία

Οι αντίξοες συνθήκες ζωής της ελληνικής οικογένειας ενός μεγάλου μέρους των αγροτικών και των εργατικών στρωμάτων λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης διέκριναν την ελληνική κοινωνία από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Η ανέχεια είχε ως άμεσο αποδέκτη και το παιδί, το οποίο στο δεδομένο χωροχρονικό πλαίσιο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως οικονομική μονάδα, διότι υποχρεωνόταν να συμμετάσχει ενεργά και ποικιλοτρόπως στην παραγωγική διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάγκη της επιβίωσης της “πατριαρχικής” ελληνικής οικογένειας της υπαίθρου και κυρίως αυτής που ήταν ακτήμων ή διέθετε μικρό κλήρο οδήγησε μετά την κατάκτηση της ανεξαρτησίας στην ένταξη πολλών ανήλικων αγοριών στον παραγωγικό πληθυσμό. Η βασική ενασχόληση αφορούσε την πρωτογενή παραγωγή, την ξένη δούλεψη ως υπηρέτες ή τσιράκια και τη ναυτιλία.

του Βασιλείου Κουδούνη*

Επιπρόσθετα, κυρίως προς το τέλος του 19ου αιώνα τα αγόρια θα βιώσουν τις συνέπειες της εργασιακής εκμετάλλευσης στην εκκολαπτόμενη ελληνική βιομηχανία και εν γένει στον δευτερογενή τομέα της παραγωγής. Στη μεταποίηση απασχολούνταν κυρίως είτε ως ανειδίκευτοι εργάτες στο βιομηχανικό εργοστάσιο είτε ως μαθητευόμενοι στη μικρή βιοτεχνία.

Α. «Θα σε στείλω να μάθεις μια τέχνη»

Τουλάχιστον μέχρι και τον μεσοπόλεμο η μαθητεία ήταν ο κυριότερος μηχανισμός παραγωγής ειδικευμένων εργατών στην Ελλάδα λόγω της απουσίας της θεσμοθετημένης τεχνικής εκπαίδευσης. Τα παιδιά στη διάρκεια της μαθητείας τους περιορίζονταν σε ποικίλες βοηθητικές δουλειές. Η εργασία αυτή συνιστούσε την “αντιπαροχή” του ανήλικου στον τεχνίτη για την εκμάθηση της τέχνης.

Σε τελευταία ανάλυση, τα μαθητευόμενα αγόρια αντιμετώπιζαν το καθεστώς με τους ποικίλους καταναγκασμούς ως απαραίτητο μεταβατικό στάδιο για την κοινωνική τους ανέλιξη. Ο νεαρός ασκούμενος κατανοούσε τα στοιχειώδη του επαγγέλματος και συχνά επιδίωκε την εργασιακή αυτοτέλεια για μεγαλύτερο κέρδος. Ο τεχνίτης από την πλευρά του πολλές φορές εφάρμοζε την τακτική της απόκρυψης των μυστικών της τέχνης. Αυτό συνεπαγόταν την πλημμελή κατάρτιση του νέου, όταν εγκατέλειπε το εργαστήριο.

Κοντολογίς, στα κλειστά νοικοκυριά, που ήταν υπό την πατριαρχική εξουσία, το αγόρι εργαζόταν χωρίς αμοιβή και συμμετείχε ενεργά στις αγροτοκτηνοτροφικές εργασίες πολλές φορές από τη νηπιακή ηλικία. Ακόμη, ως τσιράκι απασχολείτο στο κοινωνικό υποσύνολο του εργαστηριού, που απαρτιζόταν από τον μάστορα και τους τεχνίτες, και σε καθεστώς πατριαρχικών και ιεραρχικών θεσμών. Η άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας ήταν καθιερωμένο εργαλείο εκμάθησης της τέχνης.

Ανάλογες συνθήκες εκμετάλλευσης της παιδικής εργασίας εντοπίζουμε και στη βιομηχανία. Επιπλέον, πολλές οικογένειες έστελναν τα παιδιά τους στην Αθήνα για βιοπορισμό όπου ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες. Οι γονείς εκμίσθωναν την εργασία τους με ευτελές αντίτιμο σε μόνιμους εύπορους κατοίκους της πρωτεύουσας, οι οποίοι τους ανέθεταν δουλειές του δρόμου και τους συμπεριφέρονταν πολλές φορές με βαναυσότητα.

Στο τέλος του 19ου αιώνα εκδηλώνονται οι πρώτες σοβαρές αντιδράσεις για το καθεστώς της παιδικής εργασιακής εκμετάλλευσης. Παρά ταύτα, μέχρι και τον μεσοπόλεμο δεν άλλαξε ουσιαστικά η κατάσταση, αφού και η κρατική πρόνοια για την περιστολή της παιδικής εργασίας απουσίαζε. Ενδεικτικά στην Πελοπόννησο το 48% περίπου των αγοριών 10-19 ετών εργάζονται βάσει της Απογραφής του πληθυσμού του 1928 κυρίως στον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα, για να συνεισφέρουν στο οικογενειακό εισόδημα. Το αντίστοιχο ποσοστό στη Λακωνία εγγίζει το 46%.

Εντούτοις, η δωρεάν δημοτική εκπαίδευση, η γεωγραφική διείσδυση του πρωτοβάθμιου σχολικού δικτύου και ο δημοκρατικός- «ανοικτός» χαρακτήρας του νεοελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, που είχε καθιερώσει η οθωνική διακυβέρνηση, επέτρεπαν παρά τις αντιξοότητες σε πολλά αγόρια των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων να κατακτήσουν έναν στοιχειώδη τουλάχιστον βαθμό εγγραμματοσύνης. Σημειώνω ότι συνήθως δήλωναν εγγράμματοι ακόμη και εκείνοι που είχαν ολοκληρώσει κάποιες μόνο τάξεις της δημοτικής εκπαίδευσης.

Ωστόσο, όταν η οικογένεια είχε την ευχέρεια, μπορούσε το αγόρι να φοιτήσει και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Ελληνικό Σχολείο, Γυμνάσιο). Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούσε τις προϋποθέσεις πρόσβασης και ένταξης στο αστικό περιβάλλον (π.χ. στη δημοσιοϋπαλληλία του κράτους).

Παράλληλα, η διαφοροποιημένη στοχοθεσία της εκπαίδευσης κατά φύλο υπήρξε για τον ανδρικό πληθυσμό μοχλός κοινωνικής ανοδικής κινητικότητας. Η περίπτωση της Λακωνίας είναι χαρακτηριστική για το επίπεδο εγγραμματισμού των αγοριών ηλικίας 10-19 χρόνων σύμφωνα με την Απογραφή του 1928. Κυμαίνεται στο 94% και υπερβαίνει σημαντικά το αντίστοιχο πανελλαδικό ποσοστό(85,38%).

Γενικότερα, η ελληνική οικογένεια, κυρίως χαμηλής κοινωνικής προέλευσης, θεωρούσε υποχρέωσή της να προσφέρει στα νεαρά άρρενα μέλη της τη δυνατότητα της στοιχειώδους έστω εκπαίδευσης για την προοπτική της κοινωνικής ανέλιξης. Από την άλλη πλευρά, η χειρωνακτική εργασία, ιδιαίτερα στη μισθωτή της μορφή, αναιρούσε την παραπάνω προοπτική και εθεωρείτο μειονεκτική.

Σ’ αυτό μπορεί να αποδοθεί και η αρνητική στάση των κατώτερων στρωμάτων προς την τεχνική εκπαίδευση, που οδηγούσε στην προλεταριοποίηση, έστω και με καλύτερους όρους. “Θα σε στείλω να μάθεις μια τέχνη” ήταν η απειλή των γονιών, κυρίως των μικροαστών, στο παιδί τους, όταν δεν ανταποκρινόταν στο σχολείο. Η φράση αυτή δείχνει εναργώς την αρνητική συνδήλωση που είχαν – και εξακολουθούν σε αξιοσημείωτο βαθμό να έχουν και σήμερα- τα χειρωνακτικά επαγγέλματα στο σύστημα των κοινωνικών αξιών.

«Εις τα του οίκου»

Μέχρι σχεδόν την εκπνοή του 19ου αιώνα οι Ελληνίδες ήταν αυστηρά εγκλωβισμένες στα παραδοσιακά μοντέλα κοινωνικής ζωής και δράσης, που αναπαράγονταν τουλάχιστον από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Η διαιώνισή τους υλοποιούνταν τόσο με τους μηχανισμούς της επιλεκτικής παράδοσης όσο και με το θεσμικό πλαίσιο που καθόριζε τις οικογενειακές σχέσεις.

Διεξοδικότερα, από την ίδρυση του κράτους η θέση των γυναικών ανεξαρτήτως του κοινωνικού στρώματος βρισκόταν στο περιθώριο. Είναι απούσες από έργα πολιτισμού και εν γένει από τις κοινωνικές εκδηλώσεις και τον δημόσιο χώρο. Παραμένουν εγκλωβισμένες στους μηχανισμούς της οικογενειακής εκμετάλλευσης με τη συχνή συμμετοχή τους στην οικοτεχνία, τη γεωργία ή την ξένη απασχόληση. Με τον τρόπο αυτόν συνεισέφεραν στο οικογενειακό εισόδημα.

Συμβατή, βεβαίως, με το παραπάνω κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο ήταν και η σχέση του κοριτσιού με την εκπαίδευση. Συγκεκριμένα, μετά τη θεσμική συγκρότηση της δωρεάν πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης το 1834, που επέτρεπε την πρόσβαση και των κοριτσιών στο δημοτικό σχολείο θηλέων, τα μαθήματα προσαρμόζονταν στις απαιτήσεις της προετοιμασίας για τα “του οίκου”. Δεν ήταν εφικτή στο δεδομένο πολιτισμικό επίπεδο η εξακτίνωση της γυναικείας δραστηριότητας και σε άλλους τομείς, με συνέπεια τον εγκλωβισμό της στους μηχανισμούς μιας διακοσμητικής εκπαίδευσης.

Γενικά, στο πλαίσιο της πατριαρχικής ελληνικής οικογένειας η μόρφωση του κοριτσιού ήταν σε δεύτερη μοίρα. Αντίθετα, το αγόρι έπρεπε να μορφωθεί στοιχειωδώς έστω, γιατί υποχρεωτικά θα εισερχόταν αυτό στην παραγωγική διαδικασία. Ως εκ τούτου, στο τέλος του 19ου αιώνα το 93% των γυναικών πανελλαδικά ήταν αναλφάβητες.

Ωστόσο, τα ποσοστά των κοριτσιών στο πρωτοβάθμιο σχολείο διαφοροποιούνταν τοπικά σε συνάρτηση με την κουλτούρα της περιοχής και τις ευρωπαϊκές επιδράσεις. Για παράδειγμα, σε κυκλαδίτικα νησιά η φοίτηση ήταν ικανοποιητική, ενώ στη Λακωνία μηδαμινή, αν και στη Σπάρτη λειτουργούσε δημοτικό σχολείο θηλέων.

Στη δύση του 19ου αιώνα, όμως, δρομολογούνται θεμελιώδεις κοινωνικοοικονομικοί μετασχηματισμοί. Στο πεδίο αυτό η αναδυόμενη εκβιομηχάνιση υποκαθιστώντας την παραδοσιακή βιοτεχνία ή οικοτεχνία ωθεί τον εξαστισμό της αγροτικής οικογένειας. Κατά συνέπεια, οι γυναίκες υποχρεώνονται να συμμετάσχουν στη δευτερογενή παραγωγή, εγκαταλείποντας ως έναν βαθμό τον τριτογενή τομέα. Στον ρόλο του ανειδίκευτου προσωπικού προσλαμβάνονταν και κορίτσια κάτω των 18 ετών, που συνιστούσαν την πλειονότητα του εργατικού δυναμικού σε κλάδους όπως η υφαντουργία. Η αμοιβή τους ήταν ημερήσια ή βασιζόταν στην απόδοσή τους.

Η βία για περισσότερη παραγωγή πολλάκις απέβαινε επιζήμια για την υγεία τους. Συχνά οι κοπέλες εργάζονταν στο σπίτι παράλληλα με την ανατροφή των παιδιών. Η εξέλιξη αυτή, πέρα από συνειδησιακά και εν γένει υπαρξιακά ζητήματα που ήγειρε, οδήγησε τις γυναίκες σε χειραφέτηση ως ένα σημείο από τα κοινωνικά δεσμά και στεγανά του παρελθόντος. Τελικά, δειλά-δειλά αρχίζει να αναθεωρείται η κατεστημένη αντίληψη η οποία επιθυμούσε τη γυναίκα μόνο «εις τα του οίκου».

Μέσα στις νέες συνθήκες, εν τέλει, θα αυξηθεί πανελλαδικά ο γυναικείος εγγραμματισμός στο 42%, περίπου βάσει της Απογραφής του 1928. Στη Λακωνία, ειδικότερα, οι γυναίκες δήλωσαν «εγγράμματες» σε ποσοστό 30% από 23% το 1920. Τα κορίτσια ηλικίας 10-19 ετών στον ίδιο Νομό παρουσιάζουν το 1928 το καθόλου ευκαταφρόνητο 68,06%, δεδομένων και των κυρίαρχων συντηρητικών κοινωνικών αντιλήψεων. Συγκριτικά, η εν λόγω ηλικιακή ομάδα υπερβαίνει το αντίστοιχο πανελλαδικό ποσοστό εγγραμμάτων (63,76%).

Αντίθετα με την πρωτοβάθμια η δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση παραμένει επίσημα στεγανοποιημένη για τα κορίτσια τουλάχιστον μέχρι και την πρώτη δεκαετία του μεσοπολέμου. Η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει αναλάβει την περαιτέρω μόρφωση των κορασίδων, μέσα από τα παρθεναγωγεία, τα οποία κατάρτιζαν και διδασκάλισσες. Σε γενικές γραμμές συνέβαλλαν στην παροχή γενικών γνώσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, τα ποσοστά των κοριτσιών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά με αντιπροσώπευση σημαντικά μεγαλύτερη των μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Η φοίτηση στα σχολεία αρρένων της μέσης εκπαίδευσης υλοποιείται με την ανοχή του κράτους μέχρι τη μεταρρύθμιση του 1929. Τότε ιδρύονται Γυμνάσια θηλέων και η συνεκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών απαγορεύτηκε, με πολλές όμως εξαιρέσεις.

*Ο κ. Βασίλειος Κουδούνης είναι Ιστορικός- Φιλόλογος, MEd.

Πηγή: defence-point.gr

Μοιραστείτε το:
Tagged