Τα «ντεσού» της μεγάλης νίκης της Νέας Δημοκρατίας (ανάλυση)

Πολιτικά Κόμματα

Πού κρίθηκε η βαριά ήττα του ΣΥΡΙΖΑ – Αναποφάσιστοι και νέοι του γύρισαν την πλάτη

Ο Άγγελος Σεριάτος, υπεύθυνος Πολιτικής Ανάλυσης της εταιρείας δημοσκοπήσεων Prorata αναλύει στο Newpost τα αίτια της μεγάλης νίκης που κατέγραψε στις ευρωεκλογές η Νέα Δημοκρατία.

Αναλυτικά:

Το χθεσινό εκλογικό αποτέλεσμα άλλαξε άρδην το πολιτικό τοπίο στη χώρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ που κέρδισε 3 διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις τελικά ηττήθηκε στις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου, με μια διαφορά της τάξης του 9.5%. Η Νέα Δημοκρατία πέτυχε αναμφισβήτητα μια μεγάλη εκλογική νίκη, την πρώτη μετά από το μακρινό 2012. Και την πέτυχε, ξεπερνώντας μετά από αρκετά χρόνια το ψυχολογικό όριο του 30%. Φυσικά, και παρά την μεγάλη διαφορά των δύο κομμάτων με αριθμητικούς όρους, από την σκοπιά της πολιτικής επιστήμης δεν μπορούμε να μιλάμε για κατάρρευση του δικομματισμού: Το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ (λίγο κάτω του 24%), επιβεβαιώνει ότι το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, παραμένει ο κύριος εκφραστής του λεγόμενου κεντροαριστερού – προοδευτικού χώρου.

Η κοινωνιολογία της ψήφου

O ΣΥΡΙΖΑ υπέστη σημαντική υποχώρηση σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες της χώρας. Εντούτοις, παρά τις σημαντικές και οριζόντιες απώλειες, το κόμμα διατήρησε την πολιτική ηγεμονία έναντι της Νέας Δημοκρατίας στις φτωχότερες περιοχές της Αττικής (Ίλιο, Περιστέρι, Αιγάλεω, Αγία Βαρβάρα, Πέραμα, Δραπετσώνα, Κορυδαλλό). Οι δεσμοί του ΣΥΡΙΖΑ με τα εργατικά και λαϊκά στρώματα του μεγαλύτερου αστικού κέντρου της χώρας, αν και χαλάρωσαν σε σχέση με το 2015, δεν διαρρήχθηκαν, καθώς το κόμμα διατήρησε την πρώτη θέση, περιοριζόμενο όμως περί το 29% – 30%. Παρόμοια είναι η εικόνα και στις περιοχές της χώρας, που παραδοσιακά οι προοδευτικές δυνάμεις συνήθιζαν να πετυχαίνουν πολύ καλά αποτελέσματα (Ηράκλειο, Χανιά, Πάτρα κ.α.), καθώς το κόμμα της αριστεράς δεν κατόρθωσε να σημειώσει τις εντυπωσιακές νίκες του 2015, που εν πολλοίς καθόρισε και το τότε εκλογικό αποτέλεσμα.

Παράλληλα η ΝΔ αύξησε ελαφρώς τα ποσοστά της στις συγκεκριμένες περιοχές (βλ. πίνακα 1). Από την άλλη πλευρά η Νέα Δημοκρατία αύξησε τις εκλογικές της δυνάμεις σε όλη τη χώρα, ενώ κατάφερε να συσπειρώσει περίπου το 85% των ψηφοφόρων της από το 2015 αλλά και να κερδίσει νέους, κατορθώνοντας να αποτελέσει έναν πολιτικό πόλο έλξης για ψηφοφόρους που εκτείνονται από το φιλελεύθερο κέντρο έως τις παρυφές της υπερσυντηρητικής δεξιάς. Καθοριστική φυσικά ήταν η αύξηση των ποσοστών της σε περιοχές όπου πλειοψηφούν τα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα, όπως ο Βόρειος και ο Νότιος τομέας Αθηνών. Οι συγκεκριμένες κοινωνικές μερίδες πληθυσμού, που είχαν προσωρινά παρασυρθεί από το ρεύμα του «νέου» και της «αλλαγής» που είχε εκφράσει ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015, φαίνεται πως επέστρεψαν στον φυσικό πολιτικό τους χώρο.

Αναποφάσιστοι και νέοι: Τα κλειδιά που τελικά δεν άνοιξαν την πόρτα

Σύμφωνα με το αφήγημα της κυβέρνησης, δύο ήταν τα κλειδιά για να επιτευχθεί ο στόχος μιας περιορισμένης σε έκταση ήττας ή ακόμα και ανατροπής της δημοσκοπικής εικόνας των τελευταίων ημερών: Αφενός η προσέλευση των νέων στις κάλπες, οι οποίοι το 2015 είχαν στηρίξει σχεδόν με καθολικό τρόπο τον ΣΥΡΙΖΑ και αφετέρου οι αναποφάσιστοι που είχαν πλειοψηφικά ψηφίσει το κόμμα κατά τις ίδιες εκλογές. Τελικά όμως κανένα από τα δύο κλειδιά δεν έδειξε ότι μπορεί να ξεκλειδώσει την πόρτα που θα μείωνε την δημοσκοπική ψαλίδα μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Σύμφωνα με τις μετρήσεις της τελευταίας στιγμής αλλά και τα exit polls, το 52% των αναποφάσιστων ψήφισε εν τέλει κάποιο άλλο κόμμα (ΚΚΕ, ΜΕΡΑ25, Ελληνική Λύση, Πλεύση Ελευθερίας, Άλλος Δρόμος κ.α.), το 24% την ΝΔ και μόλις το 24% τον ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα, οι νέοι (17-24 ετών), οι οποίοι συνέβαλλαν αποφασιστικά στην προηγούμενη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν έδειξαν αυτή την φορά να πείθονται από το κυβερνητικό αφήγημα, καθώς από όσους εξ’ αυτών τελικά έφτασαν στις κάλπες, περίπου το 31% ψήφισε την ΝΔ, το 26% τον ΣΥΡΙΖΑ, το 28% κάποιο από κόμματα που κατέγραψαν έως 4% και το 13% την Χρυσή Αυγή, ποσοστό το οποίο είναι εντυπωσιακά υψηλότερο από γενικό ποσοστό του νεοναζιστικού κόμματος. Είναι φανερό ότι η αντισυστημικότητα της ψήφου των νέων ήταν παρούσα και σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση.

Τι έκρινε εν τέλει την μεγάλη νίκη της Νέας Δημοκρατίας

Ποια ήταν τα στοιχεία εκείνα που έκριναν εν τέλει τον μεγάλο νικητή αλλά και την έκταση της διαφοράς;

Αναμφισβήτητα η εντυπωσιακή πτώση του ΣΥΡΙΖΑ σε γεωγραφικές περιοχές που παραδοσιακά δεν ευνοούν δυνάμεις της Αριστεράς. Οι ψηφοφόροι αυτών των περιοχών επανασυσπειρώθηκαν γύρω από την κεντροδεξιά παράταξη, αφού πρώτα (και συγκυριακά) συμπαρασύρθηκαν από το κλίμα που είχε διαμορφωθεί το 2015 υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, όχι με όρους πολιτικής ή ιδεολογικής συμφωνίας αλλά με την ελπίδα ότι το κόμμα της αριστεράς θα μπορούσε να εκφράσει το «νέο» και μη δοκιμασμένο, το οποίο αξίζει μια ευκαιρία. Ο ιστορικός συμβιβασμός το καλοκαίρι του 2015 και κυρίαρχα η κατοπινή συμφωνία των Πρεσπών, που λειτούργησε ως η χαριστική βολή στον ΣΥΡΙΖΑ, οδήγησαν στην διάρρηξη των όποιων δεσμών μεταξύ του κόμματος και των ψηφοφόρων στην βόρεια Ελλάδα. Και ήταν η βόρεια Ελλάδα εκείνη που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το εκλογικό αποτέλεσμα. Πιο συγκεκριμένα, στην Α’ Θεσσαλονίκης ο ΣΥΡΙΖΑ υποχώρησε από το 36% στο 22%, στην Β’ Θεσσαλονίκης από το 33% στο 18%, με μεγάλη μερίδα των μετακινήσεων να καταγράφονται ευθέως προς την ΝΔ. Σημαντική πτώση του ΣΥΡΙΖΑ όμως καταγράφηκε και σε άλλες πόλεις της βόρειας Ελλάδας, όπως η Δράμα, η Πιερία και οι Σέρρες.

Ηττημένοι και Νικητές: Τα υπόλοιπα κόμματα

Οι ευρωπαϊκές εκλογές δεν αφορούσαν μόνο τα δύο μεγάλα κόμματα. Ο έτερος κερδισμένος των ευρωεκλογών είναι αναμφισβήτητα το Κίνημα Αλλαγής, το οποίο σχεδόν διπλασίασε τα ποσοστά του σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Το κόμμα κατάφερε να συγκροτήσει έναν διακριτό πόλο μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, ο οποίος θα φανεί αν μπορεί να διατηρηθεί και στις επερχόμενες εθνικές εκλογές. Παράλληλα, κερδισμένες από την κατά κανόνα χαλαρή ψήφο των ευρωεκλογών ήταν και ορισμένες δυνάμεις δεξιά της ΝΔ, όπως η λαϊκιστική υπερσυντηρητική Ελληνική Λύση του Βελόπουλου (4%) αλλά και αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, όπως το Μέρα25 του πρώην υπουργού Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη (3%). Η σημαντική αύξηση των ποσοστών του Κινήματος Αλλαγής, καθώς και οι επιδόσεις της Ελληνικής Λύσης και του Μέρα25 μένει να διαπιστωθεί αν αποτελούν όψη διαμαρτυρίας και άρα πτυχή της λεγόμενης «χαλαρής ψήφου» των εκλογών δεύτερης τάξης (second order elections), όπως συνηθίζεται να ονομάζονται οι ευρωπαϊκές εκλογές ή συνειδητή επιλογή μακράς διαρκείας στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται. Στην πλευρά των ηττημένων πρέπει αναμφισβήτητα να τοποθετηθεί η Χρυσή Αυγή, η μοναδική δηλαδή περίπτωση νεοναζιστικού κόμματος σε ολόκληρη την Ευρώπη, η οποία από το 8,7% των εθνικών εκλογών του 2015, περιορίστηκε στο 4,9%. Τέλος, στην πλευρά των ηττημένων θα πρέπει να τοποθετηθούν και κάποια άλλα κόμματα. Οι ΑΝΕΛ, οι οποίοι ουσιαστικά εξαφανίστηκαν από τον πολιτικό χάρτη περιοριζόμενοι από το 4,3% στο 0,8% αλλά και η Λαϊκή Ενότητα, η οποία από το 2,9% του 2015 εξαϋλώθηκε στο 0,6%. Ισχυρή επίσης συμπίεση δέχτηκε το Ποτάμι (από 4,4% στο 1,6%) αλλά και η Ένωση Κεντρώων (από 3,2% στο 1,5%). Τέλος, το Κομμουνιστικό Κόμμα διατήρησε τις δυνάμεις του σχεδόν με αλγοριθμική ακρίβεια λίγο πάνω από το 5%, παρουσιάζοντας εντυπωσιακή σταθερότητα τα τελευταία χρόνια.

Επόμενη στάση: Εθνικές Εκλογές

Καταληκτικά, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δεν πρέπει κατά κανένα τρόπο να προεξοφλεί και αυτό των επερχόμενων εθνικών εκλογών, καθώς παρά τις απόπειρες πόλωσης του προηγούμενου διαστήματος τα διακυβεύματα στις εθνικές κάλπες θα είναι εντελώς διαφορετικά.

Εντούτοις, είναι φανερό ότι η ΝΔ εκκινά από θέση ισχύος και ο δρόμος που πρέπει να καλύψει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εξαιρετικά μακρύς. Ο προφανής στόχος της κυβέρνησης θα είναι ή αύξηση της ψαλίδας στις λαϊκές αλλά και τις παραδοσιακά προοδευτικότερες περιοχές της επικράτειας, με παράλληλη συγκράτηση δυνάμεων στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας, επιδιώκοντας να πείσει ότι «έλαβε το μήνυμα» και ότι στις εθνικές εκλογές δεν υπάρχει χώρος για ψήφο διαμαρτυρίας, καθώς το διακύβευμα αυτή τη φορά θα είναι μεταξύ ενός κόμματος που υπηρετεί την κοινωνική πλειοψηφία και ενός κόμματος που υπηρετεί τους λίγους και τις ελίτ. Από την άλλη, η αντιπολίτευση, γνωρίζοντας πως το πολιτικό άγχος βρίσκεται στην άλλη πλευρά, θα συνεχίσει να αναδεικνύει τον καταστροφικό κατ’ αυτήν χαρακτήρα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αφήνοντας τον χρόνο να κυλάει υπέρ της.

*Άγγελος Σεριάτος, MSc Political Communication, University of Amsterdam, Υπεύθυνος Πολιτικής Ανάλυσης Prorata

Πηγή: newpost.gr

Μοιραστείτε το:
Tagged