Μπάιντεν – Εντογάν και Ε.Ε.: Η ώρα της πληρωμής ή του τέλους μίας προβληματικής σχέσης

Τουρκία

ΗΠΑ και Ε.Ε. απαιτούν μια δημοκρατική Τουρκία και ειρήνη στην ανατολική Μεσόγειο

Η ΕΕ και οι ΗΠΑ συμφώνησαν σε κοινή δήλωση επτά σελίδων, κατά τη σημερινή Σύνοδο Κορυφής, που πραγματοποιήθηκε νωρίτερα στις Βρυξέλλες.

Όπως αναμενόταν και όπως είχε το πρωί μεταδώσει το ΚΥΠΕ, οι δύο πλευρές περιέλαβαν στη δήλωση, αναφορά για την “Ανατολική Μεσόγειο, όπου οι διαφορές πρέπει να διευθετούνται μέσω διαλόγου με καλή πίστη και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο”.

Πιο συγκεκριμένα, το συμφωνημένο κείμενο στην παράγραφο 29 έχει ως εξής:

“Σκοπεύουμε να ενισχύσουμε περαιτέρω την κοινή μας δέσμευση στα Δυτικά Βαλκάνια, μεταξύ άλλων μέσω του διαλόγου που διευκολύνεται από την ΕΕ μεταξύ Βελιγραδίου και Πρίστινας σχετικά με την ομαλοποίηση των σχέσεών τους και υποστηρίζοντας βασικές μεταρρυθμίσεις για την ένταξη στην ΕΕ”.

“Αποφασίζουμε να συνεργαστούμε για βιώσιμη αποκλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου οι διαφορές πρέπει να επιλυθούν μέσω διαλόγου με καλή πίστη και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Στόχος μας είναι μια συνεργασία και αμοιβαία επωφελής σχέση με μια δημοκρατική Τουρκία”.

“Σκοπεύουμε να ενώσουμε τις προσπάθειες μας για μια σταθερή και ασφαλή Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική”.

“Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες χαιρετίζουν την κατάπαυση του πυρός στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και επιβεβαιώνουν την ανάγκη των Ισραηλινών και των Παλαιστινίων να απολαμβάνουν ίσα μέτρα ελευθερίας, ασφάλειας, ευημερίας και δημοκρατίας βάσει μιας λύσης δύο κρατών”.

“Λαμβάνοντας υπόψη τις αυξανόμενες ανθρωπιστικές ανάγκες σε ολόκληρη τη Συρία και την πανδημία COVID 19, καλούμε το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών να διασφαλίσει ότι η ανθρωπιστική βοήθεια μπορεί να φτάσει σε όλους τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη στη Συρία, μεταξύ άλλων μέσω διασυνοριακών και διασυνοριακών επιχειρήσεων. Εκφράζουμε λύπη για τις πρόσφατες παράνομες εκλογές στη Συρία και καλούμε τη διεθνή κοινότητα να καταστήσει το καθεστώς Άσαντ υπεύθυνο για τα βάναυσα εγκλήματά του και να συνεργαστεί για να προωθήσει μια πολιτική επίλυση της σύγκρουσης σύμφωνα με το ψήφισμα 2254 του ΣΑΗΕ”.

“Επαναβεβαιώνουμε τη δέσμευσή μας να στηρίξουμε τη Λιβύη στο δρόμο της προς την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα και να συνεργαστούμε με κόμματα στην Υεμένη για να συμφωνήσουμε στην πρόταση του ΟΗΕ για άμεση κατάπαυση του πυρός”.

Επιπλέον σε ό,τι αφορά την ανατολική γειτονιά, οι δύο πλευρές σημειώνουν:

“Είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε την κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα των ανατολικών εταίρων της ΕΕ και θα στηρίξουμε τη μεταρρυθμιστική πορεία της Ουκρανίας, της Γεωργίας και της Δημοκρατίας της Μολδαβίας”.

“Αποφασίζουμε να εργαστούμε προς την κατεύθυνση της μακροχρόνιας ειρήνης, ανθεκτικότητας και σταθερότητας στον Νότιο Καύκασο. Στεκόμαστε δίπλα στον λαό της Λευκορωσίας και τα αιτήματά του για ανθρώπινα δικαιώματα και δημοκρατία”.

“Είμαστε αποφασισμένοι να ζητήσουμε από το καθεστώς της Λουκασένκο να λογοδοτήσει για τις αυξανόμενες επιθέσεις του στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και για το ότι έθεσε σε κίνδυνο την αεροπορική ασφάλεια μέσω της άνευ προηγουμένου και απαράδεκτης αναγκαστικής εκτροπής ενός επιβατικού αεροπλάνου της ΕΕ με ψευδείς προσχηματισμούς και την επακόλουθη σύλληψη δημοσιογράφου ως μέρος μιας συνεχιζόμενης επίθεσης εναντίον φωνών της αντιπολίτευσης και της ελευθερίας του τύπου. ”

“Είμαστε ενωμένοι στην αρχική μας προσέγγιση έναντι της Ρωσίας και είμαστε έτοιμοι να ανταποκριθούμε αποφασιστικά στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο αρνητικής συμπεριφοράς και επιβλαβών δραστηριοτήτων, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσει η Ρωσία για να αποτρέψει την περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων, συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου των λεγόμενων μη φιλικών κρατών”.

“Για να συντονίσουμε τις πολιτικές και τις δράσεις μας, σκοπεύουμε να καθιερώσουμε έναν διάλογο υψηλού επιπέδου ΕΕ-ΗΠΑ για τη Ρωσία”.

“Καταδικάζουμε τις συνεχιζόμενες ενέργειες της Ρωσίας για την υπονόμευση της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας και της Γεωργίας”.

“Καλούμε τη Ρωσία να διασφαλίσει ότι οι ξένες διπλωματικές αποστολές στη Ρωσία λειτουργούν με ασφάλεια και λειτουργικά”.

“Προτρέπουμε τη Ρωσία να σταματήσει τη συνεχή καταστολή της κατά της κοινωνίας των πολιτών, της αντιπολίτευσης και των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και να απελευθερώσει όλους τους πολιτικούς κρατούμενους”.

“Ταυτόχρονα, διατηρούμε ανοιχτά τα κανάλια επικοινωνίας και τις δυνατότητες επιλεκτικής συνεργασίας τομείς κοινού ενδιαφέροντος. Δεσμευόμαστε επίσης να συνεργαστούμε για την αντιμετώπιση της επείγουσας και κλιμακούμενης απειλής από την εγκληματικά ransomware δίκτυα που ενέχουν κινδύνους για τους πολίτες και τις εταιρείες μας”.

Τέλος για την Κίνα δηλώνουν τα εξής:

“Σκοπεύουμε να διαβουλευτούμε και να συνεργαστούμε στενά για όλο το φάσμα των θεμάτων στο πλαίσιο των αντίστοιχων πολύπλευρων προσεγγίσεων μας στην Κίνα, οι οποίες περιλαμβάνουν στοιχεία συνεργασίας, ανταγωνισμού και συστημικού ανταγωνισμού”.

“Σκοπεύουμε να συνεχίσουμε να συντονίζουμε τις κοινές ανησυχίες μας, συμπεριλαμβανομένων των συνεχιζόμενων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Σινγιάνγκ και το Θιβέτ, τη διάβρωση της αυτονομίας και των δημοκρατικών διαδικασιών στο Χονγκ Κονγκ, τον οικονομικό εξαναγκασμό, τις εκστρατείες παραπληροφόρησης και τα ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας”.

“Παραμένουμε σοβαρά ανήσυχοι για την κατάσταση στην Ανατολική και τη Νότια Κίνα και αντιτιθέμεθα σθεναρά σε οποιαδήποτε μονομερή απόπειρα αλλαγής του status quo και αύξησης των εντάσεων”.

“Επαναβεβαιώνουμε την κρίσιμη σημασία του σεβασμού του διεθνούς δικαίου, ιδίως της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), σημειώνοντας τις διατάξεις της που ορίζουν τα νόμιμα θαλάσσια δικαιώματα των κρατών, σχετικά με τη θαλάσσια οριοθέτηση, σχετικά με τα κυρίαρχα δικαιώματα και τις δικαιοδοσίες των κρατών, σχετικά με την υποχρέωση επίλυσης διαφορών με ειρηνικά μέσα, και σχετικά με την ελευθερία πλοήγησης, υπερπτήσεων ή άλλες διεθνώς νόμιμες χρήσεις της θάλασσας”.

“Υπογραμμίζουμε τη σημασία της ειρήνης και της σταθερότητας στα στενά της Ταϊβάν και ενθαρρύνουμε την ειρηνική επίλυση των διασυνοριακών θεμάτων. Σκοπεύουμε επίσης να συντονίσουμε την εποικοδομητική μας δέσμευση με την Κίνα σε ζητήματα όπως η αλλαγή του κλίματος και η μη διάδοση και σε ορισμένα περιφερειακά θέματα”.

—————–

Οι προβλέψεις πριν την σύνοδο του ΝΑΤΟ: Θα “μαζέψει” τελικά ο Μπάιντεν τον Ερντογάν;

Η συνάντηση Μπάιντεν-Ερντογάν στο περιθώριο στης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ δεν είναι το γεγονός που θα μονοπωλήσει την ευρωπαϊκή περιοδεία του Αμερικανού προέδρου. Έχει, ωστόσο, τη σημασία της όχι μόνον για την πορεία που θα ακολουθήσουν τα ελληνοτουρκικά, αλλά και μια σειρά από περιφερειακά ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου και της Ευρασίας.

του Βαγγέλη Σαρακινού

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών αρχίζει σήμερα μια πλούσια σε συναντήσεις ευρωπαϊκή εβδομάδα, η οποία ξεκινά με την Σύνοδο Κορυφής της Ομάδας των Επτά πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικά χωρών (G7), περιλαμβάνει τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ και τις συνομιλίες με την ΕΕ και ολοκληρώνεται  με την πρώτη συνάντησή του με τον Ρώσο ομόλογό του, στη Γενεύη.

Αναχωρώντας από τις ΗΠΑ, ο Τζο Μπάιντεν δήλωσε ότι θα καταστήσει «σαφές στον Πούτιν και στην Κίνα πως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη είναι ενωμένες». Έστειλε έτσι προκαταβολικά μηνύματα στη Μόσχα και στο Πεκίνο, για το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθούν οι επαφές του στην Ευρώπη. Μηνύματα εστάλησαν όμως και στον Ερντογάν, η συνάντηση του οποίου με τον Αμερικανό πρόεδρο θα έχει καθοριστικό ρόλο στην πορεία των, ταραγμένων εδώ και καιρό, αμερικανοτουρκικών σχέσεων.

Τι θα ζητήσει ο Μπάιντεν

Ήδη από προχθές, η Ουάσιγκτον έκανε γνωστό, ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν θα συζητήσει με τον Τούρκο ομόλογό του την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία και το Αφγανιστάν. Όπως δήλωσε μάλιστα ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου, Τζέικ Σάλιβαν, στην συνάντηση θα αναζητηθούν και τρόποι για την αντιμετώπιση κάποιων διαφορών μεταξύ της Ουάσιγκτον και της Άγκυρας.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν διαβεβαίωσε ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν θα θέσει ευθέως στον Ερντογάν το θέμα των τουρκικών ενεργειών στην Ανατολική Μεσόγειο, στις οποίες περιλαμβάνονται οι τουρκικές προκλήσεις κατά της Ελλάδας και της Κύπρου. Απαντώντας μάλιστα σε ερώτηση του προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, Ρόμπερτ Μενέντεζ, ο Μπλίνκεν δήλωσε ότι ενστερνίζεται τις ανησυχίες του γερουσιαστή για τις παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου από την Άγκυρα και χαρακτήρισε τις τουρκικές ενέργειες «βαθύτατα προβληματικές».

 «Ο πρόεδρος θα εμπλακεί άμεσα με όλα τα ζητήματα» ήταν η απάντηση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στα ζητήματα που είχε θέσει ο γερουσιαστής Μενέντεζ και τα οποία περιλάμβαναν όλο το φάσμα των προκλητικών ενεργειών της Άγκυρας: Από τον μη σεβασμό του Κράτους Δικαίου και του Διεθνούς Δικαίου μέχρι τις απειλές κατά της Ελλάδας και της Κύπρου, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και την επιθετική συμπεριφορά απέναντι στην Αρμενία. Μάλιστα ο Μενέντεζ είναι ο εμπνευστής του νέου αμυντικού νομοσχεδίου, που προβλέπει τον εξοπλισμό της Ελλάδας με τα αεροσκάφη F-35, τα οποία δεν έλαβε η Τουρκία.

Οι προθέσεις του Ερντογάν

Ο Μπάιντεν θα εμπλακεί όντως με όλα τα ζητήματα, το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο ο Ερντογάν θα θελήσει να απεμπλακεί από το πλέγμα των επιδιώξεών του για την Τουρκία και τον ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή, που ο ίδιος έχει δημιουργήσει στο πλαίσιο του νέο-οθωμανικού οράματός του. Ειδικά, όταν γνωρίζει ότι οι ΗΠΑ θέλουν να κρατήσουν την Τουρκία στο “άρμα της Δύσης”, όπως αναγνώρισε και ο Μπλίνκεν.

Η άποψη της Ουάσιγκτον είναι ότι οι διαφορές με την Άγκυρα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Οι διαφορές είναι όμως πολλές και οι τουρκικές προκλήσεις προς την Ελλάδα και την Κύπρο αποτελούν μόνον ένα μέρος τους. Ήδη, ο Μπλίνκεν εξέφρασε την ικανοποίησή του που η Τουρκία “οπισθοχώρησε” από τις προκλητικές ενέργειες, αναφέροντας συγκεκριμένα τον τερματισμό των γεωτρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ και την απομάκρυνση των τουρκικών ερευνητικών πλοίων. Η Άγκυρα όμως δεν έχει παραιτηθεί από την επιθετική ρητορική, γεγονός που εξακολουθεί να δημιουργεί εντάσεις και να απειλεί την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή.

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών έβαλε βέβαια και το ζήτημα της επικύρωσης από την Ουάσιγκτον της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, τονίζοντας ότι η εκτίμησή του είναι πως θα λειτουργήσει προς όφελος των ΗΠΑ. Η θέση αυτή του Μπλίνκεν δεν έχει να κάνει βέβαια μόνον με την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά σχετίζεται με τις αμερικανικές ενέργειες για την αντιμετώπιση της “επιθετικής”, κατά τις ΗΠΑ, πολιτικής της Κίνας στη Νότια Σινική Θάλασσα.

Ο Μπλίνκεν εξέφρασε βέβαια προσωπική άποψη, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει συζητήσει το θέμα με τον Πρόεδρο. Υπενθύμισε, ωστόσο, ότι ο Μπάιντεν είχε ταχθεί στο παρελθόν υπέρ της επικύρωσης της Σύμβασης. Σημειώνεται ότι η Τουρκία δεν έχει επικυρώσει, επίσης, την συγκεκριμένη Σύμβαση, την οποία επικαλείται συνεχώς η Αθήνα, ως μέρος του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό, και με δεδομένο τον συσχετισμό με τα δρώμενα στη Σινική Θάλασσα, η Σύνοδος του ΝΑΤΟ είναι μια καλή ευκαιρία για να τεθεί το θέμα από τον Αμερικανό πρόεδρο.

Το μεγάλο αγκάθι S400

Η ιεράρχηση, ωστόσο, των ζητημάτων είναι διαφορετική και οι ΗΠΑ επιμένουν ότι, πέρα από τα προαναφερόμενα, υπάρχει θέμα με το Κράτος Δικαίου στην Τουρκία, χώρα η οποία είναι από τις πρώτες στις φυλακίσεις δημοσιογράφων και δικηγόρων. Κυρίαρχο είναι βέβαια το ζήτημα των ρωσικών S400, το οποίο αποτελεί θέμα τιμής για τον Μπάιντεν, καθώς σε αυτό συμπυκνώνεται η ρωσοτουρκική προσέγγιση, η οποία ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της προεδρίας Τραμπ.

Για τη νέα αμερικανική κυβέρνηση η Άγκυρα δεν ενεργεί, σε πολλούς τομείς, ως νατοϊκός σύμμαχος και η αγορά των S400 από τη Μόσχα αποτελεί για τους Αμερικανούς το τυπικό παράδειγμα του τουρκικού υποτροπιασμού. Η Ουάσιγκτον επιμένει ότι η πολιτική της στο θέμα δεν έχει αλλάξει και τονίζει τους κινδύνους για «την ασφάλεια των ΗΠΑ και της Συμμαχίας». Επισημαίνει δε ότι η ανάπτυξη από την Τουρκία του ρωσικού πυραυλικού συστήματος «υπονομεύει τη συνοχή και τη διαλειτουργικότητα του ΝΑΤΟ».

Για τους παραπάνω λόγους, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κάλεσε εκ νέου την Τουρκία να εγκαταλείψει το σύστημα των S-400. Ζητά ουσιαστικά από την Άγκυρα να τους “παρκάρει” σε αποθήκες, και όπως ανέφεραν δημοσιεύματα να δεσμευτεί εγγράφως, ότι δεν θα τους ενεργοποιήσει ποτέ. Μια τέτοια απόφαση είναι όμως εξαιρετικά δύσκολη για τον Ερντογάν, καθώς, ακόμη και αν ήθελε να το κάνει, θα πρέπει να υπολογίσει τις έντονες κριτικές με τις οποίες θα βρεθεί αντιμέτωπος για αυτήν την ήττα του.

Η αποδοχή μιας τέτοιας λύσης φαίνεται ακόμη δυσκολότερη για τον Ερντογάν και από το γεγονός ότι αυτή θα σηματοδοτήσει την παραδοχή του πως θα πρέπει να παγώσει μέρος της στρατηγικής συμφωνίας του με τη Μόσχα, που αφορά την συνεργασία στον αμυντικό τομέα και την αμυντική βιομηχανία. Αν δεχθεί όμως κάτι τέτοιο, ο Τούρκος πρόεδρος θα απογυμνωθεί στρατηγικά, καθώς έχει επενδύσει, με τη βοήθεια και του Τραμπ, στις “ακροβασίες” ανάμεσα στη Μόσχα και τη Δύση. Παραλλήλως, θα χάσει και την εικόνα του ηγέτη που αντιτάσσεται στην αμερικανική ισχύ, την οποία ο Ερντογάν πουλά τόσο στο εσωτερικό κοινό, όσο και σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής.

Πηγή: slpress.gr

Μοιραστείτε το:
Tagged