Η «κατρακύλα» εκπαιδευτικού συστήματος και οι «αγράμματοι» πλέον μαθητές που παράγει…

Β/θμια

Πρώην Σχολικός Σύμβουλος, βάζει το δάχτυλο στις πληγές και προσπαθεί να εξηγήσει και επεξηγήσει για ποιο λόγο το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας, παράγει «αγράμματους» μαθητές. Αν και το πνεύμα του άρθρου, που ομολογουμένως είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, δείχνει προς την κατεύθυνση να σπάσει αυγά, τελικά δεν το επιτυγχάνει, αφού παραθέτει απλώς διαπιστώσεις που διαχρονικά επαναλαμβάνονται στα διάφορα επιστημονικά εκπαιδευτικά συνέδρια. Διαβάστε το, όμως με προσοχή, αξίζει αποτελώντας άλλη μία «φωνή» καταύγασης της χαώδους κατάστασης στην οποία έχει πλεον περιέλθει η Α/θμια και Β/θμια εκπαίδευση στη χώρα μας. Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Protagon.gr, Συντάκτης ο Νίκος Σαλτερής, πρώην σχολικός σύμβουλος Β/θμιας.

———————

Γιατί οι μαθητές μας δεν καταλαβαίνουν όσα διαβάζουν;

Δύο εκθέσεις προκάλεσαν πρόσφατα σοκ καθώς κατέδειξαν ότι ένας στους τρεις έλληνες μαθητές δεν κατανοεί καν το κείμενο που έχει μπροστά του. Πού οφείλεται αυτή η τρομακτική αποτυχία του σύγχρονου ελληνικού σχολείου; Ευθύνεται αποκλειστικά η «κακή διδασκαλία» γι’ αυτό;

Πριν από λίγο καιρό, δυο εκθέσεις για την Εκπαίδευση προκάλεσαν «σοκ» σύμφωνα με δημοσιεύματα, αν και οι διαπιστώσεις τους επιβεβαίωσαν όσα ήδη γνωρίζουμε: διαθέτουμε ένα απ’ τα χαμηλότερα ποσοστά εγκατάλειψης του σχολείου και αναλογικά πολλούς απόφοιτους πανεπιστημίων, αλλά οι επιδόσεις του 1/3 των μαθητών μας στην ανάγνωση-κατανόηση κειμένων, Μαθηματικά και Φυσική όχι μόνο είναι κακές αλλά χειροτερεύουν σταθερά.

Με άλλα λόγια, ενώ ολοκληρώθηκε η διαδικασία εκδημοκρατισμού της Εκπαίδευσης που ξεκίνησε το 1976, μολονότι δηλαδή τα παιδιά μένουν στο σχολείο και πολλά ολοκληρώνουν ανώτατες σπουδές, πολλά απ’ αυτά δεν θα είναι σε θέση να ασκήσουν απαιτητικά επαγγέλματα στο μέλλον, γιατί δεν απόκτησαν τις απαραίτητες δεξιότητες.

Κι αν ληφθούν υπόψη όσα προοιωνίζονται και για το μέλλον της εργασίας, θα ζήσουν σε συνθήκες συνεχούς εργασιακής αβεβαιότητας, θα περνούν εύκολα στο κοινωνικό περιθώριο και θα είναι ευεπίφορα σε λαϊκίστικες ρητορικές.

Αν στα προηγούμενα προσθέσουμε το γεγονός ότι πολλοί νέοι μας με ικανοποιητικές ή υψηλές επιδόσεις, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους αναζητούν αλλού εργασιακές ευκαιρίες, το μέλλον της χώρας προδιαγράφεται θολό, τουλάχιστον ως προς το εργασιακό δυναμικό και την «ποιότητα» των πολιτών της.

Μήπως, όμως, είναι η μαζικοποίηση της Εκπαίδευσης που προκαλεί μοιραία αυτή την κατάσταση, όπως πολλοί υποστηρίζουν; Οι ίδιες εκθέσεις το διαψεύδουν. Στην υπόλοιπη Ευρώπη μόνο το 20% των μαθητών αποτυγχάνει στις τρεις δεξιότητες και σύντομα το ποσοστό τους θα αγγίξει το 15%, δηλαδή τον κοινό ευρωπαϊκό στόχο.

Πού οφείλεται, λοιπόν, η αποτυχία του σύγχρονου ελληνικού σχολείου; Γιατί τόσο μεγάλος αριθμός παιδιών μας αδυνατεί να καταλάβει τι διαβάζει, υστερεί στα Μαθηματικά και τη Φυσική;

Ευθύνεται αποκλειστικά η «κακή διδασκαλία» γι΄ αυτό; Οχι, βέβαια. Η αποτυχία βαραίνει πρωταρχικά τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας και τη διαχρονική αδιαφορία τους για το τι πραγματικά μαθαίνουν οι μαθητές μας.

Πώς αλλιώς ερμηνεύεται το γεγονός ότι τα ευρήματα παρόμοιων εκθέσεων παραμένουν για δεκαετίες στα αζήτητα και ουδείς ασχολείται μαζί τους, η βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων δεν τέθηκε ποτέ ως εθνικός στόχος, δεν σχεδιάστηκαν και δεν χρηματοδοτήθηκαν ανάλογες πολιτικές;

Πώς όμως να συμβούν αυτά, όταν διαχρονικά διαθέτουμε τους χαμηλότερους πόρους για την Εκπαίδευση στην ΕΕ κι αυτούς αποκλειστικά για μισθοδοσία (95% πριν και σχεδόν 100% μετά την κρίση);

Ας κάνουμε όμως μια υπόθεση εργασίας: κάποια στιγμή ένας φιλότιμος υπουργός θέτει ως εθνικό στόχο τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Πώς θα ελεγχθεί η επίτευξή του;

Μετά το 1980, όταν ο Κοντογιαννόπουλος ανέστειλε τις όντως ατελείς επιστημονικά επιθεωρήσεις, ουδείς αξιολόγησε την ποιότητα της προσφερόμενης διδασκαλίας, αφού το υπουργείο ουδέποτε φρόντισε να δημιουργηθεί ένα πεπειραμένο, με κύρος και διάρκεια στελεχικό δυναμικό ικανό να διοικεί, να εποπτεύει και να αξιολογεί την Εκπαίδευση.

Πολύ περισσότερο, αν κάποιος τολμήσει να προτείνει τη δημιουργία ενός εθνικού συστήματος αποτίμησης των μαθησιακών αποτελεσμάτων, θα κρεμαστεί πάραυτα στα μανταλάκια.

Εξάλλου, είναι πασίγνωστο ότι έμειναν στα χαρτιά, όσες δειλές προσπάθειες έγιναν για την Αξιολόγηση στην Εκπαίδευση (Κακλαμάνης, Αρσένης, Διαμαντοπούλου) ή, ακόμα κι όταν επιβλήθηκαν στα πλαίσια των μνημονίων (Αρβανιτόπουλος), υπονομεύθηκαν εκ των έσω (καθυστερήσεις) και στη συνέχεια ακυρώθηκαν (Μπαλτάς – Γαβρόγλου).

Συνάντησαν δε διαχρονικά τη σφοδρή αντίθεση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Αυτή που αποτελούν τα εκάστοτε «δικά μας παιδιά» και καλοπιάνουν πάντα οι πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου και, το χειρότερο, τους έχουν παραχωρήσει εδώ και δεκαετίες την Διοίκηση της Εκπαίδευσης, ώστε οι πολιτικοί να παρακάμπτουν «χωρίς ζημίες» το κάβο του υπουργείου Παιδείας.

Οπότε και τα ευρήματα των εκθέσεων, μετά το «σοκ» ξεχνιούνται. Μόνο διάφοροι «ερευνητές» αρθρογραφούν κατά καιρούς για να «αποδείξουν» ότι αποτελούν «συνωμοσία» εναντία στο δικαίωμα μας στη χαλαρότητα. Αλλά δεν ξαφνιαζόμαστε.

Η γραφικότητα αποτελεί εθνικό μας σπορ κι η μνήμη χρυσόψαρου χαρακτηριστικό μας. Γιατί, αν το υπουργείο ενδιαφερόταν για τα μαθησιακά αποτελέσματα, θα ενδιαφερόταν για την ποιότητα της προπτυχιακής εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, θα τους αξιολογούσε αυστηρά πριν τους μονιμοποιήσει, θα φρόντιζε για το mentoring και τη συνεχή εκπαίδευση, αξιολόγηση και ικανοποιητική αμοιβή τους, έστι ώστε να εξελίσσονται σε δασκάλους με πάθος για τη διδασκαλία.

Δηλαδή, στον «τύπο» του εκπαιδευτικού που σπανίζει. Θα είχε αξιοποιήσει τα ευρωπαϊκά κονδύλια, δημιουργώντας υποδομές και δίκτυα, αντί να τα σπαταλήσει σε «κολλητούς» ή να τα μετατρέπει σε αχρείαστους μισθούς, όπως γίνεται μέχρι σήμερα, για να πουλήσει «διορισμούς» αναπληρωτών στην εκλογική πελατεία.

Θα φρόντιζε, έστω, να εκπαιδεύσει συστηματικά τους εκπαιδευτικούς στο δημιουργικό χειρισμό των Νέων Βιβλίων/ΑΠΣ (2002-2007), που γράφτηκαν εσπευσμένα, σωρεύοντας σύγχρονες αλλά αμάσητες προσεγγίσεις της Γνώσης και σε πολλές περιπτώσεις δημιούργησαν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα κλήθηκαν να θεραπεύσουν.

Μόνο έτσι θα υπήρχε ελπίδα σταδιακής μείωσης της «παπαγαλίας» που βασιλεύει στο ελληνικό σχολείο, σκοτώνει γνώσεις και δεξιότητες και ενισχύεται συστηματικά από τα φροντιστήρια, όπου οι μαθητές καταφεύγουν για να περάσουν στο πανεπιστήμιο.

Τα παιδιά μας, λοιπόν, δεν κατανοούν όσα διαβάζουν, γιατί οι πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου και οι εκπαιδευτικοί παίρνουν για δεκαετίες κάτω από τη βάση στην εκπλήρωση του ρόλου τους.

Από κοντά κι οι γονείς που ουδέποτε απαίτησαν, συλλογικά τουλάχιστον, τα παιδιά τους να μαθαίνουν πραγματικά Γράμματα στο σχολείο. Κι αν συνεχίσουμε έτσι, η χώρα δεν έχει μέλλον.

Νίκος Σαλτερής

Πηγή: Protagon.gr

Tagged