Θρησκειολογία, Θρησκεία και Εκκλησία!…

Θεολογικά

Ο Χριστιανισμός ή ορθότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία ξεχωρίζει από όλες τις άλλες Θρησκείες, γιατί είναι Εκκλησία, η μόνη, γνήσια, ολοκληρωμένη και σώζουσα πίστη, καθώς τεκμηριώνει την όλη διδασκαλία της για τον κόσμο και τον άνθρωπο με θεολογία δοσμένη με αποκάλυψη. Αυτή η Αποκάλυψη επικεντρώνεται γύρω από την πίστη στον Ένα και Τριαδικό Θεό και στην εκ νεκρών Ανάσταση του Ιησού Χριστού!..

ΛΕΝΕ πως ο όρος θρησκειολογία παράγεται από τις ελληνικές λέξεις θρησκεία + λόγος και για τα ελληνικά γράμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί σύγχρονος, αφού εμφανίζεται ως μετάφραση του γερμανικού όρου Religionswissenschaft, ο οποίος εμφανίζεται για πρώτη φορά κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με έναν γενικό ορισμό «Θρησκειολογία ονομάζεται η επιστήμη, που ασχολείται με την επιστημονική έρευνα και μελέτη των θρησκειών του κόσμου».

Η Θρησκειολογία είναι σχετικά νέα επιστήμη, καθώς αρχίζει να διαγράφει μια αυτοτελή πορεία από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Ο σπουδαιότερος ίσως θεμελιωτής της είναι ο Friedrich Max Mueller, και περισσότερο συγκεκριμένα, με το έργο του «Chips from a German Worship» (London, 1867). Άλλοι σπουδαίοι θρησκειολόγοι είναι ο Τίιλε και ο Σαντεπί ντε λα Σωσάυε, καθηγητές στο Leiden της Ολλανδίας, ο Γάλλος Ρεβίγιε και οι Άγγλοι Ταίυλορ και Λανγκ. Στην Ελλάδα η Θρησκειολογία ξεκινά το έργο της το 1931 με την ίδρυση αντίστοιχης έδρας στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας. Οι πρώτοι καθηγητές που δίδαξαν Θρησκειολογία ήταν ο Νικόλαος Λούβαρις και ο Λεωνίδας Φιλιππίδης.

Η Θρησκειολογία, με τη σημερινή της έννοια περιλαμβάνει τρεις ισοδύναμες επιστήμες. Αυτές είναι α) η Ιστορία των Θρησκευμάτων, β) η Συγκριτική Θρησκειολογία και γ) η Φαινομενολογία της Θρησκείας. Θα πρέπει όμως να τονίσουμε ότι δεν περιορίζεται σε μια ιστορική έρευνα, αλλά ότι ασχολείται με τη Θρησκεία γενικά και ότι έργο της είναι να μελετά την παγκόσμια θρησκευτική εμπειρία με τρόπο ενιαίο, χωρίς να απομονώνει τα θρησκευτικά σύνολα που μελετάει.

Εκτός από τις τρεις επιστήμες, που αναφέρθηκαν πιο πάνω και είναι ουσιαστικά η βάση της Θρησκειολογίας, υπάρχουν και τρεις εξίσου σπουδαίοι βοηθητικοί κλάδοι. Αυτοί είναι: α) η Ψυχολογία της Θρησκείας, β) η Κοινωνιολογία της Θρησκείας και γ) η Φιλοσοφία της Θρησκείας. Το σύνολο όλων αυτών των επιστημών υπηρετεί έναν κοινό και συνάμα κοινωνικό στόχο όλης της ανθρωπότητας: την αλληλογνωριμία και την αλληλοκατανόηση των λαών για την εδραίωση της παγκόσμιας ειρήνης.

Η λέξη θρησκεία (1) παράγεται από το ρήμα θρησκεύω και εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο (2.18,37). Στους αρχαίους συγγραφείς συναντιέται και ως θρησκηϊή. Στην Καινή Διαθήκη τη βρίσκουμε στις Πράξεις των Αποστόλων (κφ’ ,5), στην Επιστολή του Ιακώβου (α’, 26) και στη δεύτερη Επιστολή προς Κολοσσαείς (β’ ,18).

Σύμφωνα με έναν ορισμό του J.M. Yinger, ο οποίος είναι ίσως ο ακριβέστερος, η θρησκεία είναι ένα σύστημα πράξεων και δοξασιών, που εμπνέει μια Υπέρτατη Ύπαρξη και το χρησιμοποιεί μια ομάδα ανθρώπων, για να αντιμετωπίσει τα έσχατα προβλήματα της ανθρώπινης ζωής. Είναι η άρνηση να συνθηκολογήσει ο άνθρωπος με το θάνατο, να παραδοθεί στην απογοήτευση και να αφήσει την εχθρότητα να καταστρέψει τις ανθρώπινες σχέσεις του.

Το φαινόμενο της θρησκείας υπάρχει σε όλες τις πρωτόγονες κοινωνίες, με κλασσικό παράδειγμα τον ιουδαϊσμό και τον τοτεμισμό. Δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει και ούτε θα πάψει, γιατί έρχεται ως απάντηση υπαρξιακών αναζητήσεων κάθε ανθρώπου. Ακόμη και οι ίδιοι οι θεωρητικοί του αθεϊσμού εφευρίσκουν υποκατάστατα της θρησκείας, όπως το χρήμα, η επιστήμη και η τεχνολογία. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ένα ανέκδοτο με τον Γάλλο διαφωτιστή Βολταίρο. Ο Βολταίρος σε όλη τη ζωή και το έργο του διακήρυττε με σθένος ότι δεν υπάρχει Θεός. Κάποια μέρα λοιπόν στο γήρας του ταξίδευε με ένα ιστιοφόρο πλοίο και έπιασε δυνατή τρικυμία. Ο κόσμος προσευχόταν, ο καθένας στον Θεό που πίστευε, και αυτός τους κορόιδευε. Οπότε κάποια στιγμή ένα μεγάλο κύμα τον χτύπησε με δύναμη στην πλάτη και τον έριξε με δύναμη στα γόνατα. Τότε πόνεσε και αναφώνησε «Ως, Θεέ μου!».

Οι θρησκείες που καταλαμβάνουν τα μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού είναι ο Ταοϊσμός, ο Κομφουκιανισμός, ο Βουδισμός, ο Ινδουισμός, ο Ιουδαϊσμός, ο Ισλαμισμός και ο Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός ή ορθότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία ξεχωρίζει από όλες τις άλλες Θρησκείες, γιατί είναι η μόνη, γνήσια, ολοκληρωμένη και σώζουσα πίστη, καθώς τεκμηριώνει την όλη διδασκαλία της για τον κόσμο και τον άνθρωπο με θεολογία δοσμένη με αποκάλυψη. Αυτή η Αποκάλυψη επικεντρώνεται γύρω από την πίστη στον Ένα και Τριαδικό Θεό και στην εκ νεκρών Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Επίσης, ο Χριστιανισμός ξεχωρίζει, γιατί υπερβαίνει τις φυλετικοεθνολογικές διακρίσεις και εντάσσει στην Εκκλησία του Χριστού οποιονδήποτε καλοπροαίρετα το θελήσει. Με αυτόν τον τρόπο προσλαμβάνει οικουμενικό χαρακτήρα.

Σε αυτό το σημείο αξίζει ιδιαίτερα να σταθούμε για λίγο στο κοινωνικό περιεχόμενο της Θρησκείας. Αυτό διαφαίνεται στην πρόθεση και τον προσανατολισμό της να εξαγιάσει, να ανορθώσει και να δώσει ηθικοπνευματικό νόημα σε άλλους κοινωνικούς θεσμούς. Ακόμη, στη συνδρομή της, ώστε να εξανθρωπίσει τις ανθρώπινες σχέσεις και να προστατεύει την απειλούμενη από καταδουλώσεις ανθρώπινη ύπαρξη.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι θρησκεία είναι μία ανθρώπινη επινόηση, ενώ η Εκκλησία (2) για την οποία μιλούν οι ορθόδοξοι χριστιανοί και την οποία ίδρυσε ο ίδιος ο Χριστός είναι η εξ Αποκαλύψεως Αλήθεια. Αλλά περί του μεγάλου αυτού θέματος θα επανέλθουμε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(1) θρησκεία. η (ΑΜ θρησκεία Α και ιων. τύπος θρησκηΐη και θρησκείη)· 1. η πίστη στην ύπαρξη τού θεού και η λατρεία προς αυτόν, η θρησκευτική πεποίθηση· 2. το σύνολο τών δοξασιών που αναφέρονται στην ύπαρξη θεού ή θεών· 3. το σύνολο τών εξωτερικών τύπων με τους οποίους εκδηλώνεται η πίστη και η λατρεία προς τον θεό· || (νεοελλ.) ο απόλυτος σεβασμός με τον οποίο περιβάλλει κάποιος ένα ιδεώδες ή έναν θεσμό («θρησκεία τού καθήκοντος»)· || (αρχ.) 1. η εκτέλεση θρησκευτικών τύπων χωρίς πίστη· 2. (στον πληθ.) αἱ θρησκεῑαι· οι θρησκευτικές τελετές.

[ΕΤΥΜΟΛ. < θρησκεύω. Η λ. θρησκεία χρησιμοποιήθηκε γενικότερα για να δηλώσει την πίστη τού ανθρώπου σε υπερφυσικές δυνάμεις, την προσπάθεια του να τις εξευμενίσει καθώς και ορισμένες τελετουργικές πράξεις που γίνονται γι’ αυτόν τον σκοπό. Η θρησκεία ως σύνολο δοξασιών που αναφέρονται στην ύπαρξη θεού ή θεών είναι συνυφασμένη με τα πρώτα στάδια τής ιστορίας τού ανθρώπου και, ως εκ τούτου, δεν είναι απαλλαγμένη από προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Στην Αρχαία Ελληνική η λ. θρησκεία απαντά από τον Ηρόδοτο και μετά με τη σημ. «θρησκευτική λατρεία» και στον πληθ. με σημ. «θρησκευτικές τελετουργίες», ενώ με σημασιολογική βάση την έννοια τής πίστεως και τής δοξασίας δεν υπήρχε αρχαία ελλ. λ. που να αποδίδει με ακρίβεια τη λ. θρησκεία. Αντ’ αυτής απαντούν οι λέξεις θεογονία, ευσέβεια, τα θεία. Με τη σημ. αυτή αρχίζει να χρησιμοποιείται η λ. θρησκεία στην Παλαιά Διαθήκη στη μετάφραση τών Εβδομήκοντα].

(2) εκκλησία. και εκκλησιά και κλησιά, η (AM ἐκκλησία)· 1. το σύνολο τών χριστιανών («η Εκκλησία τού Χριστού», «το σώμα τής Εκκλησίας»)· 2. η επίσημη αυτοκέφαλη εκκλησιαστική εξουσία μιάς περιοχής («η Εκκλησία τής Αντιοχείας, τής Κύπρου κ.λπ.»)· 3. το σύνολο τών χριστιανών μιας περιοχής με αυτοκέφαλη εκκλησιαστική εξουσία· 4. χριστιανικός ναός («τα σήμαντρα τής εκκλησίας»)· 5. η Θεία Λειτουργία κυρίως ή οποιαδήποτε άλλη ιεροτελεστία· || (μσν.-νεοελλ.) (φρ.) 1. «η μεγάλη εκκλησία»· ο ναός τής Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη· 2. «η μεγάλη τού Χριστού Εκκλησία»· το Οικουμενικό Πατριαρχείο τής Κωνσταντινουπόλεως»· || (νεοελλ.) το σύνολο τών χριστιανών που ακολουθούν το ίδιο δόγμα και την ίδια παράδοση («Ορθόδοξη, Καθολική, Αρμενική κ.λπ. Εκκλησία»)· || (αρχ.-μσν.) το σύνολο τών νόμων οι οποίοι διέπουν την εκκλησία· || (αρχ.) 1. συνέλευση τών πολιτών ή τού στρατού για σύσκεψη, ανακοινώσεις κ.λπ.· 2. ο τόπος όπου γίνονταν συνελεύσεις· 3. το ψήφισμα που εξέδιδε η εκκλησία· 4. η συναγωγή τών Εβραίων· 5. (φρ.) α) «ἐκκλησίαν συναγείρειν, συνάγειν, συλλέγειν, ἀθροίζειν, ποιεῑν»· συγκαλώ συνέλευση τού λαού· β) «ἐκκλησίαν διαλύειν, ἀναστῆσαι»· κηρύσσω τη λήξη τής συνελεύσεως τού λαού· γ) «ἐκκλησίαν ἀφιέναι»· αναβάλλω την εκκλησία· δ) «διδόναι τὴν ἐκκλησίαν»· συγκαλώ συνέλευση τού λαού καί μιλώ· ε) «μικρὰ ἐκκλησία»· συνέλευση αριστοκρατών ή τών γεροντότερων τής Σπάρτης που αντικατέστησε τον 7ο π.Χ. αιώνα την απέλλα· στ) «ἐκκλησία λοχῑτις»· συνέλευση λόχου ρωμαίων πολιτών. [Πάπυρος, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας].

Πηγή: sakketosaggelos.gr

Tagged