Η Αρχαία Ανδρώνα, η Φθία, ο μυθικός Αχιλέας, οι Μυρμιδόνες και η Γλύφα

Ιστορία

Στους νότιους πρόποδες του Τραγοβουνίου, στην επίπεδη κορυφή παραλιακού λόφου 6 χλμ. απο τη Γλύφα, σώζονται τα ερείπια αρχαίας ακρόπολης, στη θέση “Φανός”. Στην ακρόπολη σώζονται ίχνη του τείχους κλασικών-ελληνιστικών χρόνων. Η συνολική περίμετρος του τείχους εκτιμάται ότι θα πρέπει να έφτανε τα 800μ.

Στις παρειές του λόφου βρίσκονται σπήλαια που συνδέονται με τη λατρεία της Δήμητρας. Το νεκροταφείο των Κλασικών, Ελληνιστικών, Ρωμαϊκών χρόνων εντοπίστηκε στην βορειοανατολική πλαγιά του υψώματος, πίσω από την ακρόπολη.

Επιπροσθέτως αποκαλύφθηκαν δύο ταφικοί κύκλοι Ύστερων Μεσοελλαδικών – Πρώιμων Υστεροελλαδικών χρόνων. Οι ταφικοί κύκλοι της Αντρώνας είναι σύγχρονοι με τους ταφικούς κύκλους των Μυκηνών και ανήκουν στην ίδια κατηγορία ταφικών μνημείων με αυτούς.

Ο χώρος μέσα στους κύκλους και έξω από αυτούς χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο και τα τους ύστερους Ρωμαϊκούς χρόνους.

Ευρήματα που δυστυχώς λεηλατήθηκαν, αλλά παραμένουν ζωντανά στην μνήμη των υπερήλικων κατοίκων της περιοχής, συνδέονται με τις νέες θεωρίες που τοποθετούν του Μυρμιδόνες και το βασίλειο του Αχιλλέα, στην θέση που ορίζεται από τον κόλπο της σημερινής Γλύφας, έως την βόρεια πλευρά του Τραγοβουνίου, το σημερινό χωριό Αχίλλειο Μαγνησίας.

Σύμφωνα με τους πρώτους ανασκαφείς του αρχαιολογικού χώρου της αρχαίας Αντρώνας, στη θέση Φανός Γλύφας, στην πόλη ζούσε μοναδικός αρχαιοελληνικός λαός, που διαφέντευε τον δίαυλο της Γλύφας με μικρά πλοιάρια, επιβάλλοντας λύτρα ή αλλιώς διόδια στα εμπορικά πλοία της εποχής που περνούσαν από το στενό μεταξύ Γλύφας και Εύβοιας. Η αγριότητα, το πολεμικό σθένος και η ναυτοσύνη του, συγκρίνεται με τους μυθικούς Μυρμιδόνες, που είναι κοινά παραδεκτό ότι ζούσε στην συγκεκριμένη περιοχή της αρχαίας Φθίας, ενώ σύμφωνα με τον Όμηρο συμμετείχαν υπό την ηγεσία του Αχιλλέα στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας.

Οι κάτοικοι της Αρχαίας Αντρώνας, σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, έσβησαν σαν φυλή με την γενοκτονία που επέβαλε ο Φίλιππος της Μακεδονίας κατά την πρώτη κάθοδό των Μακεδόνων στην νότια ελληνική χερσόνησο, λόγο της άρνησής τους να επιτρέψουν στα περιπλέοντα συνοδευτικά πλοία του να περάσουν από τον δίαυλο Γλύφας, χωρίς να πληρώσουν λύτρα-διόδια.

Όπως αναφέρουν ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές, ο Φίλιππος διεξήγαγε μάχη 30-35 ημερών εναντίον των μαχητών της Αρχαίας Αντρώνας, ολοκληρώνοντας την νίκη του με εκτέλεση-γενοκτονία όλου του άμαχου πληθυσμού που είχε απομείνει και τιμώντας την παράδοση για την προστασία των ψυχών, παρέμεινε στα ερείπια της πόλης για άλλες 45 ημέρες προκειμένου οι άνδρες τους να θάψουν όλους τους νεκρούς με τις τιμές που όριζε η αρχαιοελληνική παράδοση.

Ο μυθικός Αχιλλέας

Ο Αχιλλέας ήταν γιος του Πηλέα (γι’ αυτό τον αποκαλούσαν και Πηλείδη), βασιλιάς των Μυρμιδόνων στη Φθία (σημερινή ανατολική – βορειοανατολική Φθιώτιδα) και της Νηρηίδας Θέτιδας.

Ο Δίας και ο Ποσειδώνας συναγωνίστηκαν για το χέρι της μέχρι που ένα μαντείο αποκάλυψε ότι θα γεννούσε ένα γιο μεγαλύτερο από τον πατέρα του, οπότε και πολύ σοφά επέλεξαν να την δώσουν σε κάποιον άλλο.

Σύμφωνα με το μετα-Ομηρικό μύθο, η Θέτις προσπάθησε να κάνει τον Αχιλλέα άτρωτο, βουτώντας τον στα νερά της Στύγας, όμως πιάνοντάς τον από τη φτέρνα, τον άφησε τρωτό σ’ αυτό το σημείο. Ο Όμηρος, εν τούτοις, αναφέρει ένα ελαφρύ τραυματισμό του στην Ιλιάδα.

Σε μια νεότερη και λιγότερο δημοφιλή εκδοχή, η Θέτιδα άλειψε το αγόρι με αμβροσία κι έπειτα το έβαλε πάνω από τη φωτιά ώστε να κάψει τα θνητά μέρη του κορμιού του.

Διακόπηκε από τον Πηλέα και εγκατέλειψε πατέρα και γιό, εξοργισμένη. Ο Πηλέας τον έδωσε (ίσως μαζί με το μικρό φίλο του Πάτροκλο) στον κένταυρο Χείρωνα, στο όρος Πήλιο, να τον μεγαλώσει.

Η αρχαία Φθία ήταν περιοχή τμήματος της σημερινής Φθιώτιδας, όπου, μετά το 1300 π.Χ. κατοίκησαν οι Μυρμιδόνες. Λίγο πριν και στην εποχή του Τρωικού πολέμου (1280 π.Χ., η επικρατέστερη εκδοχή) τη Φθία κυβερνούσε ο Πηλέας (παιδί του Αιακού κι εγγονός Δία – Αίγινας) που σύζυγο είχε τη Θέτιδα και γιος τους ήταν ο Αχιλλέας.

Από τα Έπη του Ομήρου και άλλους ποιητές, συγγραφείς και μελετητές της αρχαιότητας, είναι γνωστό πως τη χρονική εκείνη περίοδο η Φθία ταυτίζεται με την ανατολική – βορειοανατολική Φθιώτιδα, στην οποία, τότε, ανήκαν και τμήματα των νομών Λαρίσης – Μαγνησίας, όπως συνέβη και στους νεώτερους χρόνους.

Οι τέσσερις πόλεις του «κράτους» Πηλέα – Αχιλλέα, το οποίο εκτείνονταν από τη Νέα Αγχίαλο ως τα Φάρσαλα, τη Λαμία και τους Ωραιούς, ήταν: Πελασγικόν Άργος (ή Κρεμαστή Λάρισα, όπως λεγόταν η σημερινή κωμόπολη Πελασγία Φθιώτιδας, παλαιότερα), Άλος, Αλόπη και Τραχίνα.

Η αρχαία Φθία δεν ήταν μία πόλη (όπως υποστηρίζουν κάποιοι, αλλά ολόκληρη περιοχή, όπως αυτή αναφέρεται από τον Όμηρο στην «Ιλιάδα», ραψ. Β΄, στίχοι 681-685: «Νυν αυ τους όσσοι το Πελασγικόν Άργος1 έναιον, οι τ’ Άλον, οι τ’ Αλόπην, οι τε Τρηχίνα νέμοντο, οι τ’ είχον Φθίην ηδ’ Ελλάδα καλλιγύναικα, Μυρμιδόνες δε καλεύοντο και Έλληνες και Αχαιοί, των αυ πεντήκοντα νεών ην αρχός Αχιλλεύς».

Μετάφραση: «Κι απ’ τ΄ Άργος το Πελασγικόν όσ’ ήλθαν και απ’ την Άλον και απ’ την Τραχίνα πληθυσμοί και απ’ την Αλόπην όσοι, κι όσοι απ’ την καλλιγύναικα Ελλάδα και την Φθίαν, και Μυρμιδόνες και Αχαιοί και Έλληνες λέγονταν, πενήντα πλοία και αρχηγός εις όλους ήταν ο Αχιλλέας».

Ο Όμηρος, παρακάτω, (Ιλιάδα Β, στίχ. 695-698) αναφέρει, αλλά ξεχωρίζει τις γειτονικές πόλεις Αντρώνα και Πτελεό, απ’ όπου ο Πρωτεσίλαος. «Άνδρες η Πύρασος χλωρή, που η Δήμητρα έχει δάσος, η Ίτων η πολύαρνη και η Φυλακή εστείλαν, και της Αντρώνος οι γιαλοί και η Πτελεός χλοώδης. Ο ανδρείος Πρωτεσίλαος ήτο αρχηγός τους πρώτα» (μετάφραση).

 Όμως, κι ο Ευριπίδης στο έργο του «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», αναφέρει: «Οι πολεμοχαρείς εκ Φθίας Μυρμιδόνες επέβαιναν σε 50 πλοία, που στην πρύμνη τους είχαν χρυσά αγάλματα Νηρηίδων.

Μαζί με το Πελασγικόν Άργος (από τον Άργο, αδελφό του Πελασγού), όπως λεγόταν η πόλη Κρεμαστή Λάρισα, στην αρχή, που είναι η σημερινή Πελασγία. (Βλ. H. M. Chadwick: The Heroic Age, 1912, σελ. 280, σημ. 1). (Βλ. και Πλατή Δ. «Λαμία», Αθήνα 1973, σελ. 15-19).

Η λέξη Λάρισα ή Λάρισσα σημαίνει φρούριο, αλλά μία είναι η Κρεμαστή Λάρισα, πόλη των: Πηλέα – Αχιλλέα, αυτή στην ανατολική Φθιώτιδα και καμιά σχέση δεν έχει η πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, Λάρισα.

Συνεπώς, οι Μυρμιδόνες και ο Αχιλλέας, με όσα έγραψαν οι: Όμηρος κι Ευριπίδης, έφυγαν από συγκεκριμένες πόλεις, που βρίσκονταν στη σημερινή ανατολική Φθιώτιδα, και όχι από τη Θεσσαλία ή άλλο μέρος.

Η περιοχή, δε, ονομάστηκε Φθία από τον Φθίο (όπως θα δείτε παρακάτω). Τα στοιχεία αυτά παραθέτουν και νεώτεροι ερευνητές, όπως οι: Κρατίνος Αποστολίδης, Ιωάννης Βορτσέλας, Ζήσης Πρωτοπαπάς, το εγκυκλοπαιδικό λεξικό «Υδρία» και οι περιγραφές του Γερμανού περιηγητή Fr. Stahlin, στις οποίες παραθέτει και χάρτη της περιοχής.

Στην αρχαιότητα, τμήματα της σημερινής Μαγνησίας και μικρό μέρος του Νομού Λαρίσης ανήκαν στη Φθία, ενώ, και στους νεώτερους χρόνους, πολλά χωριά της νοτιοδυτικής Μαγνησίας, ανήκαν στο Νομό Φθιώτιδας, μεταξύ των οποίων και το παραθαλάσσιο Αχίλλειο (ασφαλές φυσικό λιμάνι της περιοχής, ίσως και του Αχιλλέα, εξ ου και το όνομά του).

Πέρα από τη Νέα Αγχίαλο (Φθιώτιδες Θήβες) και τις σημερινές Μικροθήβες άρχιζε η περιοχή της Ιωλκού, όπου βασίλευε ο Πελίας.

Πριν το 1300 π.Χ. στην περιοχή (όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας) ζούσαν οι Πελασγοί. Κατά την ελληνική Μυθολογία, ήταν απόγονοι του Πελασγού, γιου του Δία και της Νιόβης, απ’ όπου ονομάσθηκαν, μετά, Πελασγοί.

Ο Πελασγός και η κόρη του Ωκεανού, Μελίβοια (ή, κατ’ άλλους, με την Κυλλήνη) γέννησαν τον Λυκάονα, που, με πάρα πολλές γυναίκες, απόκτησε 50 γιους: Θεσπρωτό, Μάκεδνο (Μακεδονία), Μαίναλο, Φθίο (Φθία), Λύκιο, Ορχομενό, κι έτσι οι Πελασγοί εξαπλώθηκαν σε όλη την Ελλάδα, η οποία, αρχικώς, ονομαζόταν Πελασγία και οι κάτοικοί της Πελασγοί: «Της νυν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλουμένης» (Ηρόδοτος, B΄ 54-57). Πελασγός, κατά τη μία εκδοχή, είναι σύνθεση των λέξεων πέλα, που σημαίνει σιμά, και άγω = οδηγώ, δηλαδή οδηγώ το λαό μου κάπου σιμά, με την προοπτική εξεύρεσης τροφής και νερού. Κατά τη δεύτερη εκδοχή προέρχεται από λέξη της αρχαιότητας που σήμαινε άνθος – ανθίζω.

Οι Μυρμιδόνες (Αχαϊκό φύλο) έφτασαν στη Φθία περί το 1300 π.Χ., ως εξής: Ο Αιακός, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν γιος του Δία και της νύμφης Αίγινας. Όταν κάποτε ο Αιακός είδε πάνω στον κορμό ενός δένδρου αμέτρητα μυρμήγκια, παρακάλεσε τον πατέρα του Δία να του στείλει τόσους ανθρώπους, σε αυτό το νησί, όσα ήταν και τα μυρμήγκια. Και ο Δίας, ακούγοντας τα παρακάλια του γιου του, μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια σε ανθρώπους που, σύμφωνα με την παράδοση, ονομάστηκαν Μυρμιδόνες.

Ο Αιακός υπήρξε Γενάρχης του γένους των Αιακίδων, πρώτος βασιλιάς της Αίγινας και σύζυγος της Ενδηΐδας (κόρης του Χείρωνα ή του Σκίρωνα). Με την Ενδηίδα έκαναν τον Πηλέα και τον Τελαμώνα. Ενώ, από τη δεύτερη γυναίκα του, την Νηρηίδα Ψαμάθη, απέκτησε τον Φώκο.

Όταν ο Τελαμώνας σκότωσε, κατά λάθος, τον Φώκο, στην εξάσκησή του στην δισκοβολία, οι κάτοικοι της Αίγινας νόμισαν ότι το έκανε από φθόνο, επειδή ήταν καλύτερος στο αγώνισμα. Ο πατέρας του, που αγαπούσε τον Φώκο πάρα πολύ, εξόρισε από την Αίγινα και τους δύο γιους που είχε από την πρώτη σύζυγό του, προς κατευνασμό των δύσπιστων πολιτών της. Έτσι, ο Τελαμώνας έγινε βασιλιάς στη Σαλαμίνα, ενώ ο Πηλέας κατέφυγε στη Φθία, μαζί με πολλούς από τους Μυρμιδόνες.

Οι Μυρμιδόνες (συνώνυμη της λέξης μυρμήγκια, προερχόμενοι από αυτά), ήταν πολύ εργατικοί (όντας έποικοι στην περιοχή, που έπρεπε να επιβιώσουν) κι έφτιαχναν στοές για τις μυστικές κι ασφαλείς μετακινήσεις τους.

Μια τέτοια στοά υπάρχει από τη θέση «Κάστρο», Β.Α. της Πελασγίας, μέχρι την Παραλία της. Λέγεται, δε, πως οι Μυρμιδόνες, κάποτε, άφησαν λίγους κατοίκους (η μία εκδοχή) να παίζουν μουσικά όργανα μέσα σε αυτή, για να ξεγελάσουν τον εχθρό πως, τάχα, γλεντούν, ώστε να επιτεθεί το πρωί, που αυτοί θα κοιμόντουσαν ακόμα, ενώ εκείνοι είχαν φύγει μέσα από τη μυστική σήραγγα.

Όταν έφτασε ο Πηλέας στην περιοχή, παντρεύτηκε την Αντιγόνη, κόρη του βασιλιά της Φθίας, Ευρυτίωνα, και της γυναίκας του Αστυδάμειας. Μαζί απέκτησαν την Πολυδώρα. Ως προίκα έλαβε το εν τρίτον της Φθίας, αυτή στη σημερινή Ανατολική – Βορειοανατολική Φθιώτιδα.

Άλλες περιοχές της Φθίας ανήκαν σε διαφόρους ήρωες ή τοπικούς άρχοντες. Η Οπούντα ανήκε στον Αίαντα (Ομήρου Ιλιάδα, Β΄ 527), η Δολοπία στον Φοίνικα (Ομήρου Ιλιάδα, Ι΄ 484), η Θαυμακία (Δομοκός) στον Φιλοκτήτη (Ομήρου Ιλιάδα, Β΄ 716), ο Πτελεός στον Πρωτεσίλαο κ.λπ.

Η Θέτιδα για να κάνει αθάνατο τον γιο της βάπτισε τον μικρό Αχιλλέα στα νερά της Στύγας (ή του Σπερχειού) κρατώντας τον από τη φτέρνα. Έτσι, η «αχίλλειος πτέρνα» ήταν το μόνο τρωτό του σημείο, που τον οδήγησε στο θάνατο.

Την ανατροφή του μικρού Αχιλλέα ανέλαβε ο κένταυρος Χείρωνας, που εκπαίδευε, μαζί, και τον μικρότερο, αλλά θείο, του Αχιλλέα, Πάτροκλο (ο Αχιλλέας ήταν εγγονός του Αιακού, ενώ ο Πάτροκλος πρώτος ανιψιός του).

Αργότερα, σύμφωνα με τον μύθο, η Θέτιδα έκρυψε τον Αχιλλέα στην αυλή του Λυκομήδη στη Σκύρο, μεταμφιεσμένο σε κορίτσι. Εκεί είχε δεσμό με την κόρη του βασιλιά, Δηιδάμεια, με αποτέλεσμα να γεννηθεί ένας γιος, ο Νεοπτόλεμος. Ανακαλύφθηκε, όμως, από τον Οδυσσέα (ή τους: Αίαντα Τελαμώνιο και Φοίνικα), που έφτασε μεταμφιεσμένος σε γυρολόγο, πουλώντας κοσμήματα και όπλα.

Ο Αχιλλέας εντοπίστηκε επειδή κοιτούσε ένα σπαθί. Αναχώρησε από το λιμάνι της Σκύρου Αχίλι (ή Αχίλλι) για τη Φθία. Μετά τις προετοιμασίες ο έφηβος, ακόμη, Αχιλλέας έφυγε για την Αυλίδα κι αργότερα πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Ο Πηλέας ανέθεσε στον Φοίνικα, γιο του Αμύντορα, να τον συνοδέψει στην εκστρατεία και να τον συμβουλεύει. Τα δώρα των θεών από τον γάμο του με τη Θέτιδα, ήταν τα όπλα που έδωσε στον Αχιλλέα, μαζί κι ένα ακόντιο που μπορούσε να θεραπεύει τις πληγές που προκαλούσε, δώρο του Χείρωνα, αλλά και τα δυο περίφημα άλογα, Βάλιο και Ξάνθο, γαμήλιο δώρο του Ποσειδώνα.

Ο Τρωικός Πόλεμος έγινε περί το 1280 π.Χ (η μία εκδοχή). Άρα, όσοι υποστηρίζουν ότι τα Φάρσαλα ταυτίζονται με τη Φθία, έχουν άδικο, αφού η ιστορία της Φαρσάλου αρχίζει το 1100 π.Χ., δηλ. 200 χρόνια αργότερα.

Στηρίζουν, δε, την ταύτιση στον Ιστορικό Φερεκύδη, του οποίου έργα δεν έχουν διασωθεί, ενώ είναι γνωστό πως ο Φερεκύδης τροποποίησε τους θρύλους, όχι για να τους εκλογικεύσει, αλλά για να τους προσαρμόσει στη λαϊκή πίστη της εποχής του. Για τον λόγο αυτό, ο Φερεκύδης δεν μπορεί να εξισωθεί με πιο έγκυρους ιστορικούς.

Όπως γράφει και ο εκπαιδευτικός Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, στο έργο του: «H Λάρισα (σ.σ. της Θεσσαλίας) και η Θεσσαλική ιστορία»: Τμήμα της Αχαΐας Φθιώτιδας (Τετράς Φθιώτις) από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. ενσωματώθηκε πλήρως στη Θεσσαλία, ενώ τα νότια ορεινά της, η κυρίως, δηλαδή, Αχαΐα Φθιώτις θεωρούνταν υποταγμένη εξωθεσσαλική περιοχή.

Η αναφορά αυτή δηλώνει την πραγματικότητα, ότι, δηλαδή, η Φθία δεν ανήκε στη Θεσσαλία κατά την αρχαιότητα, κι αν αυτό έγινε αφορούσε τον 5ο αιώνα π.Χ. και όχι την εποχή που ζούσε ο Αχιλλέας.

Το ίδιο εσφαλμένη θεωρείται και η εκδοχή όσων υποστηρίζουν πως η Φθία βρισκόταν στην περιοχή Θαυμακία (Δομοκός), επικαλούμενοι αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή εκείνη, παραβλέποντας πως το μέρος αυτό είχε παραχωρηθεί στον Φιλοκτήτη, αφού ο Όμηρος ξεχωρίζει τους πολεμιστές από τη Θαυμακία, στην Ιλιάδα, Β΄, στιχ. 716-718: «Της Θαυμακίας στάλθηκαν και της Μηθώνης άνδρες, της Ολιζώνος πετρωτής και ομού της Μελιβοίας. Και ο Φιλοκτήτης αρχηγός, εξαίσιος τοξότης».

Ακόμα κι αν πάμε χιλιάδες χρόνια πίσω, στον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα (9000 π.Χ. ή πιο νωρίς) οι περιοχές: Φθία και Θεσσαλία, όπου βασίλευσε ο Δευκαλίωνας, αναφέρονται ως ξεχωριστές, παρ’ ότι δεν υπήρχαν ακριβή σύνορα, ακόμη, αφού οι διάφορες φυλές ζούσαν νομαδικώς, μετακινούμενοι.

Μετά τη λήξη της καταστροφικής νεροποντής, το πλοίο του Δευκαλίωνα προσάραξε στο όρος Όρθρυς (ή στον Παρνασσό), κι όπως όλοι γνωρίζουν, το βουνό Όθρη ανήκει και στη Φθιώτιδα και στη Θεσσαλία. Για τον λόγο αυτόν, προφανώς, αναφέρεται πως ο ίδιος ο Δευκαλίωνας, έγινε ο βασιλιάς της Φθίας και της Θεσσαλίας (Σ.σ.: πάλι αναφέρονται δύο ξεχωριστές περιοχές).

Ερχόμενοι στα νεότερα χρόνια, μαθαίνουμε πως: Αναφορές του Βιργίλιου στην “Αινειάδα” μιλούν για τον “Λαρισαίο Αχιλλέα”. Δε χωράει αμφιβολία πως ο Ρωμαίος ποιητής τον συνδέει με τη Λάρισα Κρεμαστή η οποία ανήκε στην περιοχή της Όθρυος που θεωρούνταν πως εξουσίαζε ο αρχηγός των Μυρμιδόνων και όχι στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας.

Αυτή η ειδική σχέση της Λάρισας Κρεμαστής με τον Αχιλλέα παρουσιάζεται και στο νόμισμα που έχει κόψει η πόλη μετά την αυτονομία (302 π.Χ.) που της παραχώρησε ο Δημήτριος Πολιορκητής, το οποίο κυκλοφορούσε παράλληλα με τα νομίσματα των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στη μία όψη του εικονίζεται κεφαλή του Αχιλλέα με πλούσια μαλλιά και στην άλλη η Θέτιδα να ιππεύει ιππόκαμπο και να κρατάει ασπίδα (του Αχιλλέα;) πάνω στην οποία υπάρχει το μονόγραμμα ΑΧ (Αχιλλέας ή Αχαιοί;)4.

Τα παραπάνω αντανακλούν παγιωμένες αντιλήψεις για αλληλεξάρτηση του Αχιλλέα και της μητέρας του με την Κρεμαστή Λάρισα αλλά και όλη την Αχαΐα Φθιώτιδα γενικότερα. Εννοείται πως σε αυτές τις πεποιθήσεις αναδύεται βασικά ένα θρησκευτικό στοιχείο που αφορά δυνάμεις που συνδέονταν με την περιοχή.

Προϋπόθεση αυτής της θέσης είναι η πληροφορία του Ησίοδου πως η Όθρυς αποτελούσε θεϊκό βουνό στο οποίο ήταν εγκατεστημένο το συμβούλιο των Τιτάνων, όπως γράφει στη “Θεογονία”.

Οι Μυρμιδόνες

Οι Μυρμιδόνες ήταν αρχαίος πολεμικός λαός που κατοικούσε, σύμφωνα με τον Όμηρο, στη Φθία, τη σημερινό οροπέδιο Δομοκού (λίμνη Ξυνιάδας) του νομού Φθιώτιδας και ήταν υπήκοοι του Αχιλλέα και του Πηλέα κατά το 3500 π.Χ..

Την εποχή αυτή δημιουργήθηκε το πρώτο βασίλειο των Μυρμιδόνων με πρωτεύουσα την αρχαία Μελιταία και μετά διακόσια χρόνια το 3300 π.Χ. περίπου, το δεύτερο βασίλειο με πρωτεύουσα το νησάκι της λίμνης Ξυνιάδας με βασίλισα την Ξυνιάς.

Αυτό αποδεικνύεται από το χρυσό (μασίφ) άγαλμα (εκτιμάται από αρχαιολόγους ότι είναι του 3.300 π. Χ.) του αρχαίου Αχιλλέα Βασιλιά των Μυρμιδόνων, που ανασύρθηκε το 1944 – 1945 από το νησάκι της λίμνης Ξυνιάδας του νομού Φθιώτιδας και πουλήθηκε στην Γιαπονέζικη αυτοκινηματοβιομηχανία Τoy_tα, όπως το επιβεβαιώνει μεγαλοεφοπληστής Ιωάννης Λάτσης μέλος των Μυρμιδόνων και ιδριτικό μέλος της «ομάδας ‘Εψιλον» που το είδε όταν έγινε μέτοχος της Γιαπονέζικης βιομηχανίας.

Έχει δε το άγαλμα, ύψος δύο και ογδόντα μέτρα, με το δεξί πόδι εμπρός στο δεξί χέρι κρατά μια ασπίδα και στο αριστερό κρατά όρθιο ένα ακόντιο!!! Το δε κάστρο του νησιού είναι βυθισμένο στο έδαφος.

Το βασίλειο των Μυρμιδόνων εκτεινόταν από τα αρχαία Φάλαρα (σημερινά Φάρσαλα), όλο το οροπέδιο του Δομοκού με πολλούς οικισμούς και πόλεις όπως η αρχαία Μελιταία ή Μελίτη, η Ελλάς και η Ξυνιάς, ενώ νότια εκτεινόταν από την αρχαία Πελασγία ως και την Λαμία που ήταν το μήλο της έριδος με τους Μαλιείς και τους Λοκρούς, γι’ αυτό και έγιναν πολλοί πόλεμοι μεταξύ τους.

———————

ΠΗΛΕΥΣ – Γιός του Αιακού (γιος του Δία και της Αίγινας, και βασιλιάς στο ομώνυμο νησί ) και της Ενδηΐδος

Σκότωσε στο νησί τον ετεροθαλή αδελφό του ,τον Φώκο, με συνεργό του τον αδελφό του Τελαμώνα, και αναγκάστηκε, να εκπατριστεί και να καταφύγει στην Φθίαν, μαζί με συντοπίτες του, τους Μυρμιδόνες.

Κατά τον μύθο, ο Ζεύς γέννησε με την Αίγινα τον Αιακό στο ερημονήσι Οινώνη, την μετέπειτα Αίγινα. Για να μην πλήττει εκεί ο Αιακός, ο Δίας μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια του νησιού σε ανθρώπους, που ονομάστηκαν Μυρμιδόνες. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, οι Μυρμιδόνες κατάγονται από κάποιον Μυρμιδόνα, γιό του Δία και της Ευρυμεδούσης.

Ο Πηλεύς παντρεύτηκε την θαλάσσια θεά Θέτιδα, κατά το θέλημα του Δία, επειδή η ίδια είχε αρνηθεί τον έρωτά του, τον θεϊκό. Ο γάμος έγινε στο Πήλιο, με γλέντια και φαγοπότι των θεών. Ο Χείρων τους δώρισε, για τον γάμο, ένα δόρυ από ξύλο μηλιάς, ο θεός Ποσειδών δυο αθάνατα άλογα, τον Ξάνθο και τον Βάλιο και οι άλλοι θεοί λοιπά δώρα .

Βασίλεψε στην Φθία με την Θέτιδα, η οποία αργότερα ξαναγύρισε στο θαλάσσιο βασίλειο του πατέρα της, γιατί την είχε συλλάβει ο Πηλέας να τοποθετεί το κορμί του παιδιού της επάνω από τον βωμό της Εστίας μέσα στο παλάτι, για να διαπιστώσει αν κατέστη αθάνατος. Με την πράξη της αυτή ήρθε σε σύγκρουση με τον σύζυγό της Πηλέα.

ΘΕΤΙΣ – Θυγατέρα του θαλάσσιου θεού Νηρέως και της Δωρίδος, κι εγγονή του Πόντου και της Γαίας.

Αδελφή με τι ςυπόλοιπες 49 Νηρηΐδες. Η προσωπικότητά της σκιαγραφείται στον Όμηρο, όταν ικετεύει τον Δία να προστατέψει τον γιό της στην Τροία ή όταν η ίδια συνομιλεί μαζί του στις αμμουδιές της Τρωάδας ή τέλος, όταν ανεβαίνει στον Όλυμπο και ιστορεί τον καημό της στον θεό Ήφαιστο, διότι ως θεά ήξερε την μοίρα του γιού της.

Παντού διαφαίνεται η καλοσύνη της. Ετυμολογικά η λέξη « Θέτις » σχετίζεται με την πανάρχαια πελασγική λέξη « ντέτ –ι » δηλαδή θάλασσα. Άλλωστε η Θέτις ήταν θεά της θάλασσας.

ΑΧΙΛΛΕΥΣ – Γιός του Πηλέα και της Θέτιδος, ο πολυθρύλητος ήρωας του Τρωικού Πολέμου.

Ημίθεος από γεννησιμιού του, ως εγγονός του διογενούς Αιακού και ως γιός της θαλάσσιας θεάς Θέτιδος προτίμησε την σύντομη, αλλά ένδοξη ζωή από την χωρίς δόξα μακροζωία ( πρβλ Ιλιάς, Ι, 410 ).

Ανατράφηκε, μορφώθηκε και διαπαιδαγωγήθηκε στο Πήλιο με δάσκαλό του, τον Κένταυρο Χείρωνα. Εκεί σπούδασε μουσική και ιατρική. Τρεφόταν με σπλάχνα λεόντων και μυαλά αρκούδας. Αργότερα η Θέτις τον έστειλε στην Σκύρο, στον βασιλιά Λυκομήδη, προκειμένου να αποφύγει τον Τρωικό Πόλεμο.

Εκεί παντρεύτηκε την κόρη του Λυκομήδη, την Δηϊδάμεια, κι απέκτησαν ένα γιό, τον Νεοπτόλεμο ή Πύρρο. Στην Σκύρο τον βρήκε ο Οδυσσέας, μεταμφιεσμένο με γυναικεία ρούχα, για να μην τον αναγνωρίσουν και τον πάρουν στον Πόλεμο. Όμως, ο Οδυσσέας με ένα τέχνασμα (έκρουσε δυνατά τα όπλα) προκάλεσε την αυθόρμητη αντίδραση, στην συνέχεια την αποκάλυψη της ταυτότητας του Αχιλλέα και εν τέλει την συμμετοχή του στον Πόλεμο.

Ήταν ο επικεφαλής των Μυρμιδόνων και των Ελλήνων στην Τροία, όπου τον συνόδευε η ευχή του πατέρα του « Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων » ( Ιλιάς, Λ, 784 ).

Η έριδα με τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα, η περίφημη «μήνις» στο δέκατο έτος του Τρωϊκού Πολέμου αποτελεί την αφετηρία της Ιλιάδος του Εθνικού Ποιήματος των Αρχαίων Ελλήνων «Μήνιν άειδε, θεά, Πηληϊάδεω Αχιλλήος».

Η Ιλιάδα έχει συνολικά 15.703 στίχους και υπήρξε, εκτός από το βασικό μάθημα των Αρχαίων Ελλήνων μαθητών, η πηγή έμπνευσης πολλών καλλιτεχνών, όλων των ειδικοτήτων. Ο Μ. Αλέξανδρος την είχε μονίμως κάτω από το μαξιλάρι του. Άλλος παιδαγωγός του υπήρξε ο Φοίνιξ, ο οποίος τον δίδαξε «μύθων τε ρητήρ΄ έμμεναι, πρηκτήρα τε έργων» (Ιλιάς, Ι, 443 ), δηλαδή «να είσαι ικανός και στα λόγια και στα έργα».

Σκοτώθηκε στην Τροία, κοντά στις Σκαιές Πύλες, από τον Πάρι, με την βοήθεια του θεού Απόλλωνα, χτυπημένος με βέλος στην φτέρνα του εξ΄ου και «Αχίλλειος πτέρνα». Ο τάφος του τοποθετείται μυθολογικά κάπου… στα Ηλύσια Πεδία, στην χώρα των Μακάρων, δηλαδή των Αθανάτων.

Ας ταξιδέψει ως εκεί ο νους του καθενός, για να τον συναντήσει. Χάρτης δεν χρειάζεται….! Λατρεύτηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στην Μικρά Ασία, στην Λακωνία και αλλού. Στον Εύξεινο Πόντο λατρεύτηκε ως Αχιλλεύς Ποντάρχης, δηλαδή θαλάσσιος ηγέτης.

Ο Όμηρος στην Ιλιάδα του, τον παρουσιάζει τον γενναιότερο των πολεμιστών, ισχυρότατο, νεώτατο, ωραιότατο, και φυσικά ο ενδοξότερος από τους ήρωες. Ωστόσο εμφορείται από πολλά και ποικίλα συναισθήματα όπως είναι η φιλία, η οργή (μήνις), η απελπισία και το μίσος. Πλήθος ήταν τα αγάλματα, κατά την αρχαιότητα, προς τιμήν του.

Ήταν τα λεγόμενα Achillae Statuae, όπως τα ονομάζει ο Πλίνιος. Ανάμεσά τους και ένα σύμπλεγμα, αφιερωμένο στους Δελφούς από τους Φαρσάλιους, που παρίστανε τον Αχιλλέα έφιππο, έχοντας δίπλα του τον φίλο του Πάτροκλο ( πρβλ. Παυσανίας, Περιήγησις Ελλάδος 10, 13, 3).

Η λέξη: Αχιλλεύς, σημαίνει κατά μία παράδοση, αυτόν που ποτέ δεν ακούμπησε τα χείλη του σε μαστούς (α [στερητικό] + χείλος).Ενώ μία άλλη παράδοση ανέφερε, ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Λιγύρων (λιγύς,-εια,-υ = καλλίφωνος, αλλά και θρηνητικός [για ήχο]). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Τρωϊκός πόλεμος μπορεί και να είναι μύθος του Ομήρου!!!

—————–

Οι αναφορές στην “Αινειάδα” έχουν ως εξής: “Quos neque Tydides, nec Larissaeus Achilles’, 2,197 και “et Tydides et Larissaeus Achilles”, 11,404. 2. Βλέπε τα επιχειρήματα στο kennedy Benjamin Hall, P. Vergili Maronis Bucolica, georgika, Aeneis. The wοrk of Virgil with commentary and appendix, London 1876, σ. 414 και Anthon Charles (Ed.), Classical Dictionary, New York 1869, λήμμα Larissa, σ. 723. 3. Βλέπε και Heyman C., “Achille – Alexandre, sur les monnaies de Larissa Cremaste en Thessalie”, Studia Hellenistica 16, (Antidorum W. Peremans) Louvain–La Neuve 1968, 115-125. 4. Βλέπε, επίσης περιγραφή του νομίσματος στο Forrer L. , The Weber Collection, V. II Greek Coins, London 1924, σ. 220. 5. “Θεογονία”, 631-633, Νικόλαος Αντωνίου Παύλου

Πηγή: journals.cambridge.org, pelasgia.blogspot.com

Tagged