Ελευθερία Τύπου: «Έτσι όπως μας θέλετε εσείς, ποτέ μας δε θα γίνουμε εμείς»

Κοινωνία
Μοιραστείτε το:

Η ελευθερία του Τύπου και το άρθρο 191Π.Κ. (διασπορά ψευδών ειδήσεων)

Η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία του Τύπου αποτελούν μεγάλες λαϊκές και δημοκρατικές κατακτήσεις, βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και από διεθνείς συμβάσεις με μια όμως προϋπόθεση, την τήρηση των κειμένων νόμων.

του Λέανδρου Ρακιντζή

Τύπος κατά την έννοια του σχετικού νόμου είναι ό,τι παράγεται τυπογραφικά ή με οποιοδήποτε μηχανικό ή χημικό μέσο και χρησιμεύει για τη διάδοση ιδεών, χειρογράφων, εικόνων ή παραστάσεων μετά ή άνευ σημειώσεων. Στην έννοια του Τύπου δεν περιλαμβάνεται η τηλεόραση και το διαδίκτυο με συνέπεια τα μέσα αυτά να μην καλύπτονται από τις διατάξεις του νόμου περί Τύπου και δια των μέσων αυτών τελούμενα αδικήματα να αντιμετωπίζονται ως κοινά αδικήματα και όχι δια του Τύπου τελούμενα.

Ως ελευθερία του Τύπου ορίζεται η ελευθερία της έκφρασης μέσω του Τύπου και περιλαμβάνει την ελευθερία της πληροφόρησης για κάθε ζήτημα που κυριαρχεί στην επικαιρότητα και οτιδήποτε άλλο ενδιαφέρει την κοινή γνώμη, αυτό όμως προϋποθέτει την ελευθερία συλλογής στοιχείων και την ελευθερία επιλογής πηγών πληροφοριών, ως και την ελευθερία δημοσίευσης ειδήσεων και σχολίων οπουδήποτε και με κάθε τρόπο τηρουμένων όμως των διατάξεων του νόμου περί Tύπου και συμπληρωματικώς τους νόμους περί προστασίας ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και πνευματικής ιδιοκτησίας.

Για την προστασία όμως της προσωπικότητας του ατόμου και της κοινωνίας προβλέπονται συγκεκριμένοι περιορισμοί και κυρώσεις, όπως για μεν την αστική ευθύνη για αποζημίωση από το ν.4356/2015 και τον Α.Κ., για δε την ποινική ευθύνη για εξύβριση και συκοφαντική δυσφήμηση από τις διατάξεις των άρθρων 361,362,363 Π.Κ. και από τον νόμο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, για δε την διασπορά ψευδών ειδήσεων (fake news) και δια του διαδικτύου από το άρθρο 191 Π.Κ., όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 ν.4855/2021. Για την στοιχειοθέτηση της ευθύνης απαιτείται ψευδής ισχυρισμός ή είδηση περί γεγονότος για άλλον, που διαδίδεται από τον υπαίτιο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, το δε γεγονός να είναι ψευδές, ο δε υπαίτιος να γνώριζε ότι είναι ψευδές τουλάχιστον ως προς το καθ’ υπερβολή ή γενίκευση μέρος. Γεγονός κατά την παραπάνω έννοια είναι οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί ως αντίθετο στην ηθική και ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη φυσικού προσώπου, αλλά και υπό ορισμένες προϋποθέσεις του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 367 παρ.1περ.γ Π.Κ. δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Σαφώς ο δημοσιογραφικός έλεγχος αναφορικά με πολιτικά και εν γένει δημόσια πρόσωπα μπορεί να μην αποτελέσει άδικη πράξη με την παραδοχή του παραπάνω λόγου.

Στο παρελθόν πριν τη κατάργηση με το ν.4596/2019 του αυτοφώρου για τα δια του Tύπου αδικήματα υπήρχαν συχνές συλλήψεις και καταδίκες δημοσιογράφων για συκοφαντική δυσφήμηση, που μπορεί ακόμα να συμβεί, αλλά κατά την τακτική πλέον διαδικασία. Σαφώς για κάποια συκοφαντικά δημοσιεύματα μπορεί να γίνει δεκτή η δικαιολογία ότι έγιναν εν καλή πίστη λόγω της ταχύτητας της είδησης, που ο δημοσιογράφος δεν προφταίνει να την επαληθεύσει ή ότι έχει εμπιστοσύνη στην πηγή της πληροφορίας, την οποία λόγω του δημοσιογραφικού απορρήτου δεν επιτρέπεται να αποκαλύψει και υφίσταται ο ίδιος ή το μέσον τις συνέπειες.

Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, που ο δημοσιογράφος κυνηγώντας την είδηση ή για την εξυπηρέτηση κυρίως πολιτικών η οικονομικών σκοπιμοτήτων επιτίθεται συκοφαντικά όχι μόνον εναντίον πολιτικών προσώπων, δημόσιων λειτουργών, αλλά και επιχειρηματιών και επιχειρήσεων με fake news θίγοντας την τιμή και υπόληψη τους σχεδόν ανεπανόρθωτα και η τάση αυτή πήρε το όνομα της από τον τίτλο συγκεκριμένης εφημερίδας. Φυσικά επιβλήθηκαν κάποιες κυρώσεις, οι δε επανορθωτικές δημοσιεύσεις πέρασαν στα ψιλά των εφημερίδων, που κανείς δεν τα διαβάζει, αλλά ο σκοπός πέτυχε και το στίγμα για πολλούς παρέμεινε και έκτοτε ελάχιστοι πλέον ζητούν την δικαστική αποκατάσταση της προσβολής.

Με τον ν.4855/2021 το άρθρο 191 Π.Κ. διατυπώθηκε ως εξής. Όποιος δημόσια ή μέσω διαδικτύου διαδίδει ή διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις που είναι ικανές να προκαλέσουν ανησυχίες ή φόβο στους πολίτες ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εθνική οικονομία, στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή στη δημόσια υγεία τιμωρείται… Η νέα διατύπωση του άρθρου προκάλεσε αντιδράσεις με διάφορα επιχειρήματα από άτομα και οργανώσεις με συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό κυρίως κατά το στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης, όπως ότι με αυτό περιορίζεται το δικαίωμα για ελεύθερη έκφραση, ότι εισάγεται λογοκρισία, ότι εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες για τον έλεγχο της παραπληροφόρησης που υπάρχει σχετικά με τους εμβολιασμούς για την καταπολέμηση του covid-19 και εισαγωγή στις ΜΕΘ και ότι παρακωλύεται η δημόσια συζήτηση για κρίσιμα θέματα ειδικά στο διαδίκτυο. Φυσικά τα επιχειρήματα αυτά δεν ευσταθούν, γιατί με τη νέα διατύπωση του άρθρου δεν εισάγεται περιορισμός του δικαιώματος έκφρασης ούτε λογοκρισία ,που εννοιολογικά είναι ενέργεια προληπτική.

Το κρίσιμο σημείο της νέας διατύπωσης στο οποίο επικεντρώνονται οι αντιδράσεις είναι ότι στη παλιά διάταξη για τη θεμελίωση του αξιοποίνου απαιτείται από τις ψευδείς ειδήσεις να έχει επέλθει ζημία ή βλάβη της δημόσιας τάξης, ενώ με τη νέα διατύπωση ότι οι ψευδείς ειδήσεις να είναι ικανές να προκαλέσουν ανησυχίες ή φόβο στους πολίτες δηλαδή το αδίκημα της διασποράς ψευδών ειδήσεων μετατρέπεται κατά την αντικειμενική υπόσταση από αδίκημα αποτελέσματος σε αδίκημα δυνητικής διακινδύνευσης, όπως ήταν και με τον παλιό Π.Κ., του οποίου στο παρελθόν είχε γίνει λελογισμένη χρήση.

Σαφώς η νέα διατύπωση του άρθρου 191 Π.Κ. μπορεί να αποδειχθεί πλέον αποτελεσματική για την αντιμετώπιση των fake news, που κυκλοφορούν χωρίς έλεγχο και κυρώσεις στο διαδίκτυο και στις προσωπικές σελίδες στα μέσα της κοινωνικής δικτύωσης, για τα οποία δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί η αυτόφωρη διαδικασία μέσα στα στενά χρονικά πλαίσια του αυτοφώρου. Συνεπώς η άσκηση της ποινικής δίωξης για παράβαση του άρθρου αυτού μπορεί να γίνει μόνο κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης, όπου οι καλούμενοι θα μπορούν να παράσχουν εξηγήσεις και να αποδείξουν με μάρτυρες, ότι δεν προκλήθηκε ανησυχία ή φόβος στους πολίτες.

 *Ο κ. Λέανδρος Τ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.

Πηγή: capital.gr

Μοιραστείτε το:
Tagged